Τι απέμεινε τελικά;

Τα δυο σου πόδια,

γερμένα στη κοιλιά μου.

Το δεξί μου,

γερασμένο χέρι,

αλαφιασμένο κάτω απʼ τα σκεπάσματα.

Ο επιθετικός έρωτας,

που πάντα κρύβεται στʼ αναφιλητά του πρωινού.

Μια μέρα που γδυθήκαμε

και ήταν γιορτή.

Ένα απόγευμα στη πόλη,

που κούρνιαζαν τεμπέλικες πράξεις.

Τα μέτωπά μας που θράσευαν,

στη γύμνια των υποφερτών,

περασμένων στίχων.

Ύστερα πάντα,

η ρημάδα

η βροχή

αυτή

που υπόμενε,

χιλιάδες ανιαρούς γραφιάδες

να πορεύονται

στα μειλίχια λαγόνια σου.