Κοινοποιησεις

 

Ακόμη και τότε έχανα.
Σχέσεις, τα κλειδιά μου και τις προθεσμίες.
Σ΄αυτά χανόμουνα και χωνόμουνα έπειτα στη χρονομηχανή μου
κι άρχιζε η ζωηρή αντιπαλότητα με τα απολεσθέντα.
σελ.69:
“Αν χαθώ θα με ψάξεις;
Θα στείλεις σκυλιά ξαμολημένα με το φανελάκι μου στο στόμα;”.
Θες ν΄ ακούσεις αλήθειες;
Ήτανε νύχτες που περνούσες δίπλα μου
ή απέναντί μου
όταν σε σκότωνα.
Αναλωνόμουν για να μη σκέφτομαι.
Σε σκότωνα συνεχώς εκείνες τις μέρες,
κάνοντας σεξ μεθυσμένος
κι όταν κοιμόντουσαν,
εγώ άνοιγα τη τσάντα μου
και τράβαγα από μέσα του το εσώρουχό σου
(το είχα μαζί μου, ναι!) .
Και πήγαινα στο μπάνιο.
Στεκόμουν μπροστά στον καθρέπτη και με κοίταζα.
Κι έπειτα έβαζα το εσώρουχό σου στο πρόσωπό μου
και σε μύριζα..
Τίποτε δεν μπορούσε να συγκριθεί με τη μυρωδιά σου.
Έπειτα,
σαν το άφιλτρο τσιγάρο μου,
όπου στο τέλος,
λίγο πριν πεθάνει,
σβήνει σιγά – σιγά η φωτιά του,
κι η μυρωδιά,
η όραση κι ύστερα ξαφνικά κι εγώ.

-Μωρό μου πάμε Άμστερνταμ;
Δεν έχω αεροπλάνο.
Θες ν’ ακούσεις αλήθειες;
Βάλε all star και πάμε,
η πραγματικότητα κρύβεται πάντα σ’ ένα μικρό στενό,
είναι η ίδια μικρή, δε τα χωράει όλα.
Μπαίνω για το όσο… μαζί.
Κι ύστερα ψάξε εσύ ένα τρόπο για να αντέξουμε σήμερα.

Μάλλον έκανα ρεκόρ μιλίων το τελευταίο καιρό.
Και τώρα, όπου πάω, μυρίζει διαφορετικά
και νοιώθω σαν αποσμητικό τόπων.
Επιπλέον κοιτάζω τα mail μου,
απλήρωτες δουλειές,
κάτι μπούρδες από κακοπληρωτές,
αλλά και κάποια πληρωμένα ταξίδια,
μισές δουλειές δεν κάνουμε.

Για να καταναλώσω τη διαφορά μου,
σήμερα, λέω να μην καταγγείλω την απλήρωτη εργασία,
ούτε την κουλτούρα της αλληλεγγύης,
το: «δε μπορώ μόνος μου ελάτε να το κάνουμε μαζί,
για τη ματαιοδοξία».
Μόνο κάτι καταραμένοι ποιητές έχουν γράψει για την αύρα μου.

O λόγος για να βγαίνεις στο δρόμο,
να μάχεσαι, να πλακώνεσαι, είναι η ελευθερία.
Όχι οι προσφορές,
οι ευκαιρίες και οι μαύρες Παρασκευές –
πιο μαύρες κι από τους σκατόψυχους που καίνε σκηνές
σε κέντρα κράτησης,
πιο μαύρες κι από τους υπόλοιπους σκατόψυχους
που επιχαίρουν ή δικαιολογούν…

Μόνο κάτι καταραμένοι ποιητές έχουν γράψει για την
αύρα μου.
Αυτοί είναι άνθρωποι.
Οι άλλοι αδειάστε μας την γωνιά.

Γενικά χαλαρώστε.
Ίσως έχω μεγαλώσει.
Τις νύχτες διαβάζω ιστορίες για δυτικά αποστακτήρια
και διηγήματα αλκοολικών συγγραφέων.
Τ’ απογεύματα φωτογραφίζω και,
τα όνειρά μου κάνουν την Αθήνα να μοιάζει
με άγριο ολάνθιστο κήπο.
Όταν ξυπνάω, αισθάνομαι γρανάζι,
που έδωσε κίνηση στο σύστημα για να ζήσει.
Κι ύστερα συναντιέμαι

Προηγούμενο άρθροΕ.Τ PHONE HOME
Επόμενο άρθροΠούσι | Του Νίκου Καββαδία
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Μένει στα Εξάρχεια. Ζει στον πλανήτη του. Βλέπει φωτογραφικά (κυρίως ασπρόμαυρα) Γνωρίστηκε με τη φωτογραφία τον προηγούμενο αιώνα. Αγαπά τον Φρίντριχ Νίτσε για το "Η αισθητική είναι ανώτερη της ηθικής". Αγαπά τη λέξη ελευθερία και το ασπρόμαυρο πορτραίτο. Τα καρέ του Ντίνου Διαμαντόπουλου και τον Helmut Newton, εμμονικά. Συμφωνεί πώς ο χρόνος καταστρέφει τα πάντα, εκτός από το ουίσκι. Κι ότι κανείς δεν μπορεί να ξεγελάσει το θάνατο, παρά μόνο η ζωή. Είναι πεπεισμένος πώς η ζωή του είναι βασισμένη σε πραγματική ιστορία και πώς ο γιαλός είναι στραβός.