Κοινοποιησεις
Όταν εγώ ξυπνάω, αυτή κοιμάται ακόμη.
Είναι τόσο όμορφη τα πρωινά, είναι αγνή ακόμη.
Αφουγκράζομαι την μωρουδίστικη ανάσα της,
τόσο απαλή που σχεδόν δεν υπάρχει,
Και μετά την ακούω να γλυκαναστενάζει
και με τα μάτια ακόμα κλειστά εξομολογείται τα όνειρα της
σ ένα τσιμεντένιο μαξιλάρι.
Έχει ξυπνήσει τώρα και σιγοτραγουδά, τραγούδια παιδικά.
Κυλάει ο χρόνος, ακαθόριστα, κυκλοθυμικά
Ούτε καν αυτή,
που ναι μάγισσα δεν έχει καταφέρει να του ξεφύγει
κι έτσι ο χρόνος κυλά…
Κι αναρωτιέμαι τι ν’ απέγιναν τα παιδικά τραγούδια.
Γίνανε κορναρίσματα, γίνανε βρισιές και γρυλίσματα
και θυμωμένα νιαουρίσματα.
Γίνανε άναρχες μελωδικές φωνές εκείνων
που δεν μεγάλωσαν ποτέ.
Και  πάνω από το νέφος της υψώνουν συνθήματα.
Γίνανε παρακάλια.
Για λίγα κέρματα, για ένα βλέμμα, για μια ψιλή.
Για λίγη ζωή ακόμη.
Κι αυτή,
έχει στο πρόσωπο μουτζούρες,
καυσαέριο στην καρδιά.
Και είναι τόσο όμορφη.
Ακόμη.
Νύχτωσε μετά.
Και τα τραγούδια γίνανε γέλια σε μεθυσμένα γλέντια.
Γίνανε νανουρίσματα και αναστεναγμοί απάνω σε σατέν υφάσματα.
Γίνανε κρυφές προσευχές κι υποσχέσεις
που δόθηκαν ψιθυριστά σε σκοτεινά δωμάτια.
Και, κάποια απ’ αυτά, γίνανε όνειρα.
Τα μοιράστηκαν μεταξύ τους αυτοί οι τρελοί,
οι ερωτευμένοι με βλέμματα απλανή
και χαμόγελα συνωμοτικά πάνω στα δίχως ηλικία πρόσωπα τους.
Μεσάνυχτα.
Οι ερωτευμένοι είδαν ένα πεφταστέρι
Κάνανε χίλιες ευχές και καμία
Σιωπή.
Είναι τόσο όμορφη όταν κοιμάται.
Είναι αγνή.

(Φωτογραφία: Χρήστος Διαμάντης)