Κοινοποιησεις
«Χαχαχαχα»:Άψυχο, άηχο, θολό.
Γράμματα αραδιασμένα στην οθόνη ενός υπολογιστή.
Ο Σταύρος δεν απάντησε.
Προτίμησε να τελειώσει έτσι η σύντομη συζήτησή τους.
Έκλεισε το laptop. Φόρεσε μια μπλούζα.
Λεύκη με μια ξεθωριασμένη στάμπα,
που ούτε ο ίδιος δε θυμόταν τι έδειχνε.
Έψαξε τη θήκη του καπνού του.
Τη βρήκε κάτω από κάποια περιοδικά.
Σφήνωσε το φιλτράκι στα δόντια του κι άρχισε να στρίβει.
Σάλιωσε το χαρτάκι και άναψε το θάνατο.
Έτσι τον έλεγε εκείνη.
Βαθιά ρουφηξιά να γεμίσουν τα πνευμόνια του θάνατο, λοιπόν.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι του.
Κοιτούσε το ταβάνι.
Η υγρασία είχε μαυρίσει το άλλοτε κατάλευκο ταβάνι.
Ποτέ δεν του άρεσαν τα χρώματα.
Μόνο το μαύρο και το λευκό.
Όλα τα υπόλοιπα ήταν πολύ έντονα για τα μάτια
και την πάρτη του.
Απρόθυμα τίναξε τη στάχτη του τσιγάρου
που έπεφτε στο στρώμα.
Έσβησε το τσιγάρο σ’ ένα πλαστικό ποτήρι,
το δικό του αυτοσχέδιο τασάκι.
Σηκώθηκε με δυσκολία.
Ξενυχτισμένος, άυπνος σχεδόν,
μα δεν είχε επιλογή.
Τις τελευταίες μέρες δεν κοιμόταν καλά.
Λίγες ώρες κι αυτές σπαστά.
Δύσκολα έπεφτε στο κρεβάτι πριν ξημερώσει.
Έπρεπε να τα καταφέρει.
Δεν πάλευε πια με τους δικούς του δαίμονες,
αλλά μ’ εκείνους του ήρωά του.
Μέθυσος, εκκεντρικός, τσογλάνιο ήρωας.
Καμία σχέση με τον Σταύρο.
Γι’ αυτό τον γοήτευε τόσο.
Βραβευμένος κιόλας με το «Α’ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος»
πριν κάποια χρόνια,
τώρα ο Σταύρος πήρε την απόφαση να γυρίσει
σε μια ταινία την ιστορία του
και φυσικά κανένας σκηνοθέτης δεν ήταν αντάξιος
των προσδοκιών του ήρωά του.
Ο Σταύρος ανέλαβε εξ’ολοκλήρου το κόστος της ταινίας,
παρά τα πενιχρά του έσοδα.
Αγόρασε μια ημι-επαγγελματική κάμερα
και βρήκε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο κάπου στο Αιγάλεω.
Ήταν ενός φίλου.
Ο ιδανικός χώρος για τον ήρωά του.
Παλιό, φθαρμένο, βρώμικο.
Ρωγμές στους τοίχους, κάτουρα στο πάτωμα,
σκόνη, σκουριασμένα σίδερα,
οι λάμπες καμμένες.
Χωρίς ρεύμα.
Χωρίς τηλέφωνο.
Λευκές σελίδες, εκατοντάδες λευκές σελίδες πεταμένες τριγύρω.
Άλλες καλογραμμένες, άλλες μουντζουρωμένες,
αρκετές σκισμένες.
Λόγια χωρίς συνοχή, χωρίς σημεία στίξης.
Σελίδες σκορπισμένες στο πάτωμα,
σαν κομμάτια από πάζλ.
Ένα πάζλ από σκέψεις και στιγμές.
«Η πιο όμορφη ιστορία του κόσμου».
Αυτός ήταν ο τίτλος του διηγήματος, που πήρε το Α’ Κρατικό Βραβείο
και του χάρισε την αθανασία του δημιουργού.
Λευκές σελίδες θα τυπωθούν με τ’ όνομά του
και θα μοιραστούν σε βαριεστημένους φοιτητές φιλολογίας
των επόμενων ετών.
«Η πιο όμορφη ιστορία του κόσμου»,
θα διαβαστεί λοιπόν από τις κατοπινές γενιές αναγνωστών.
Δεν του έφτανε όμως.
Δεν ήταν αρκετό.
Άλλωστε πόσοι διαβάζουν;
Ή ακόμη χειρότερα, πόσοι θα συνεχίσουν να διαβάζουν
όσο τα χρόνια περνούν;
Όχι, τα γραπτά δε μένουν.
Συντροφεύουν μονάχα το χρόνο,
μέχρι να ξεθωριάσει το μελάνι τους,
μέχρι να γίνουν βορά οι σελίδες τους
στα δόντια πεινασμένων τρωκτικών.
«Η πιο όμορφη ιστορία του κόσμου»,
δεν έπρεπε να ξεθωριάσει,
δεν έπρεπε να γίνει βορά στα δόντια πεινασμένων τρωκτικών.
Γι’ αυτό πήρε την απόφαση να της δώσει ζωή.
Αιώνια ζωή.
Ο πατέρας του φταίει.
Αν ψάχνετε τον υπαίτιο,
δεν είναι άλλος από κείνον.
Πέντε χρονών ήταν όταν τον πήρε από το χέρι
και τον πήγε στο θερινό σινεμά της πλατείας,
κοντά στο σπίτι τους.
Πλαστικές καρέκλες, μια σαραβαλιασμένη μηχανή ποπκορν
που μύριζε υπέροχα κι ένα τεράστιο λευκό πανί να κρύβει το κουρείο,
οικογενειακή επιχείρηση που διατηρούσε ο κύριος Παντελής,
ο πατέρας του.
Το λευκό πανί,
φάνταζε γιγαντιαίο στα μάτια του.
Δεν ήξερε πως ήταν μαγικό.
Το έμαθε όταν ολοκληρώθηκε η προβολή της ταινίας.
«Μην κλαις, αγόρι μου.
Δεν πέθανε η Μάρθα.
Αύριο θα ζωντανέψει και πάλι.
Το πανί, θα της δώσει ακόμη μια ευκαιρία.
Το πανί θα της δώσει ζωή».
Ο πατέρας του είχε δίκιο.
Το επόμενο βράδυ η Μάρθα ήταν ζωντανή και πάλι.
Έτρεχε, γελούσε, ανέπνεε, κοιμόταν στο γρασίδι και στο τέλος πέθαινε.
Ο Σταύρος δεν έκλαψε αυτή τη φορά.
Ήξερε πως το επόμενο βράδυ,
η Μάρθα θα είχε ακόμη μια ευκαιρία.
Το πανί θα της έδινε ζωή.
Το χρωστούσε λοιπόν στη Μάρθα.
Το χρωστούσε και στο γέρο του.
Το χρωστούσε πιο πολύ σ’ εκείνον τον πεντάχρονο φίλο του,
που θα ήθελε να δει ξανά
και ξανά την πιο όμορφη ιστορία του κόσμου
να διαδραματίζεται πάνω στο μαγικό λευκό πανί.
* Η πιο όμορφη ιστορία του κόσμου,
ξεκινά μ’ έναν άντρα και μια γυναίκα.
Μάλλον όχι.
Η πιο όμορφη ιστορία του κόσμου,
ξεκινά με έναν άντρα και μια γυναίκα
που ήταν κάποτε ένα αγόρι και ένα κορίτσι.
Είχαν φωνή, μα δε μιλούσαν.
Είχαν τα μάτια τους δεμένα.
Όχι, δεν ήταν τυφλοί.
Καταλάβαιναν ο ένας τον άλλο από τη μυρωδιά.
Το αγόρι μύριζε χώμα και το κορίτσι βροχή.
Το αγόρι είχε την πιο όμορφη πούτσα του κόσμου
και το κορίτσι το πιο όμορφο μουνί του κόσμου.
Κάνανε λοιπόν το πιο όμορφο γαμήσι του κόσμου.
Δε μιλούσαν κι ας είχαν φωνή.
Γαμιόντουσαν με τα μάτια δεμένα.
Καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον από τη μυρωδιά.
Το αγόρι μύριζε χώμα και το κορίτσι βροχή.
Περπατούσαν ξυπόλητοι, κολυμπούσαν γυμνοί,
κοιμόντουσαν στις κουφάλες πελώριων δέντρων.
Οι αχτίδες του ήλιου δεν τους ενοχλούσαν,
μιας και είχανε τα μάτια τους δεμένα.
Κοιμόντουσαν λοιπόν με τις ώρες.
Αγκαλιά ο ένας με τον άλλον.
Κάποιες φορές ξυπνούσαν στον ύπνο τους.
Γαμιόντουσαν και μετά κοιμόντουσαν ξανά.
Τρώγανε φρούτα και πίνανε νερό από το ποτάμι.
Το αγόρι είχε την πιο όμορφη πούτσα του κόσμου
και το κορίτσι το πιο όμορφο μουνί του κόσμου.
Κάνανε λοιπόν το πιο όμορφο γαμήσι του κόσμου.
Όταν το κορίτσι φοβόταν,
το αγόρι το έσφιγγε στην αγκαλιά του.
Όταν το αγόρι φοβόταν,
το κορίτσι του φίλαγε τρυφερά τα χείλη…
Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησε η πιο όμορφη ιστορία του κόσμου.
Με ένα αγόρι κι ένα κορίτσι.
Το αγόρι μεγάλωσε και έγινε άντρας.
Μεγάλωσε και το κορίτσι κι έγινε γυναίκα.
Μιλούσαν πια.
Χρησιμοποιούσαν τη φωνή τους,
όπως και οι άλλοι άνθρωποι.
Αντάλλασσαν φθόγγους, συλλαβές,
λέξεις.
Φώναζαν χωρίς λόγο και έβριζαν ο ένας τον άλλο,
όπως και οι άλλοι άνθρωποι.
Έλυσαν τις κορδέλες που κάλυπταν τα μάτια τους.
Έπρεπε να βλέπουν,
όπως και οι άλλοι άνθρωποι.
Έχαναν τόσα πολλά άλλωστε.
Έτσι τους είχαν πει.
Χρώματα, δέντρα,
πουλιά, ζώα,
ηλιοβασιλέματα.
Έχαναν τόσα πολλά.
Το αγόρι έπαψε να μυρίζει χώμα
και το κορίτσι έπαψε να μυρίζει βροχή.
Το άρωμα ήταν ενοχλητικό για τον περίγυρό  τους.
Πότισαν λοιπόν τα σώματά τους ακριβή κολόνια.
Πλέον δεν καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον από τη μυρωδιά.
Η κολόνια του άντρα,
έμοιαζε με την κολόνια πολλών αντρών
και η κολόνια της γυναίκας έμοιαζε με την κολόνια πολλών γυναικών.
Πλέον δεν καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον από τη μυρωδιά.
Ο άντρας δεν είχε πια την πιο όμορφη πούτσα του κόσμου.
Ένας μαύρος επιβήτορας κατείχε το σχετικό βραβείο.
Και την πούτσα..
2.000.000 χρήστες τον είχαν αναδείξει νικητή
σε σχετική ψηφοφορία με συμμετέχοντες από κάθε σημείο
του κόσμου.
Το κορίτσι δεν είχε πια το πιο όμορφο μουνί του κόσμου.
Μια τσεχοσλοβάκα πορνοστάρ κατείχε το σχετικό βραβείο.
Και το μουνί..
2.000.000 χρήστες την είχαν αναδείξει νικήτρια
σε σχετική ψηφοφορία με συμμετέχουσες
από κάθε σημείο του κόσμου.
Ο άντρας και η γυναίκα δεν κάνανε πια
το καλύτερο γαμήσι του κόσμου.
Ο μαύρος επιβήτορας και η τσεχοσλοβάκα πορνοστάρ,
κατείχαν το σχετικό βραβείο.
Πληθώρα βίντεο υπήρχε στο διαδίκτυο.
Εκεί διάβασε ο άντρας για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα
και η γυναίκα για τις απαραίτητες μεθόδους αντισύλληψης.
Πλέον κάνανε το πιο ασφαλές γαμήσι του κόσμου.
Σταμάτησαν να περπατούν ξυπόλητοι γιατί τα πόδια τους
είχαν γεμίσει πληγές.
Σταμάτησαν να κολυμπούν γυμνοί.
Η γυναίκα διάβασε στο διαδίκτυο,
πως υπάρχει κίνδυνος προβλημάτων γυναικολογικής φύσεως.
Σταμάτησαν να κοιμούνται στις κουφάλες δέντρων.
Ο άντρας είδε στη τηλεόραση,
πως ένα ζευγάρι στη Νικαράγουα πέθανε
όταν κεραυνός χτύπησε παρόμοιο δέντρο
με αυτό που κοιμόντουσαν.
Οι αχτίδες του ήλιου δεν τους ενοχλούσαν γιατί είχαν αγοράσει
προστατευτικά γυαλιά ηλίου.
Με ειδικό φίλτρο στο φακό,
που απορροφά όλες τις καρκινογόνες ακτινοβολίες.
Κοιμόντουσαν καθημερινά εξίμιση ώρες.
Ο άντρας, είχε διαβάσει σε μια εφημερίδα
πως άνθρωποι της ηλικίας τους πρέπει να κοιμούνται
εξίμιση ώρες καθημερινά.
Ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο.
Η έρευνα που διεξήχθη σε κλινική ύπνου στο Εδιμβούργο,
ήταν σαφής.
Σταμάτησαν να κοιμούνται αγκαλιά,
γιατί ο άντρας εμφάνισε δύσπνοια.
Καμμιά φορά ξυπνούσε στον ύπνο του.
Αυνανιζόταν με τα βίντεο του μαύρου επιβήτορα
και της τσεχοσλοβάκας πορνοστάρ και κοιμόταν ξανά.
Τρώγανε μόνο βιολογικά προϊόντα και πίνανε εμφιαλωμένο νερό.
Η γυναίκα διάβασε σ’ ένα περιοδικό πως αυτό της βρύσης,
είναι γεμάτο μικρόβια.
Όταν ο άντρας φοβόταν, κατάπινε ένα χάπι και ο φόβος σταματούσε.
Με συνταγή γιατρού πάντοτε.
Όταν η γυναίκα φοβόταν, κατάπινε ένα χάπι και ο φόβος σταματούσε.
Με συνταγή γιατρού πάντοτε.
Ο άντρας μπούχτισε.
Διάβασε σ’ ένα αντρικό περιοδικό,
πως ο δρόμος του κάτω κεφαλιού
ήταν αυτός που πρέπει να ακολουθήσει.
Η γυναίκα μπούχτισε.
Διάβασε σ’ ένα γυναικείο περιοδικό,
πως πρέπει να ξεφύγει του ανδρικού ζυγού
και να πάρει τη ζωή στα χέρια της.
Ο άντρας και η γυναίκα χωρίσανε.
Ο άντρας ακολούθησε το δρόμο του κάτω κεφαλιού.
Έπινε, κάπνιζε,
έβριζε και κάθε βράδυ πήδαγε διαφορετική γκόμενα.
Πριν αποκοιμηθεί έφερνε στη μνήμη του
το πιο όμορφο γαμήσι του κόσμου.
Κάθε βράδυ.
Τον λέγανε Α και έγραφε βιβλία.
Είχε πολλούς θαυμαστές.
Η γυναίκα ξέφυγε του αντρικού ζυγού
και πήρε τη ζωή στα χέρια της.
Έγινε η νεότερη διευθυντική σύμβουλος της εταιρείας που εργαζόταν.
Έγινε εξώφυλλο σε πολλά γυναικεία περιοδικά
και διάλεγε αυτή τους εραστές της.
Πριν αποκοιμηθεί, έφερνε στη μνήμη της
το πιο όμορφο γαμήσι του κόσμου.
Κάθε βράδυ.
Την λέγανε Κ και είχε πολλές θαυμάστριες.
* Ο Σταύρος, ολοκλήρωσε τη ταινία.
Σήμερα γύρισε τη τελευταία σκηνή,
σ’ ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο στο Αιγάλεω.
Παλιό, φθαρμένο, βρώμικο.
Ρωγμές στους τοίχους, κάτουρα στο πάτωμα,
σκόνη, σκουριασμένα σίδερα.
Οι λάμπες καμμένες. Χωρίς ρεύμα.
Χωρίς τηλέφωνο.
Δυο θηλιές κρέμονταν από το ταβάνι.
Δυο γυμνά γερασμένα σώματα αιωρούνταν
με τα κεφάλια τους περασμένα στις θηλιές
και τους λαιμούς σπασμένους.
Ένας άντρας και μια γυναίκα
που κάποτε ήταν ένα αγόρι και ένα κορίτσι.
Πιασμένοι χέρι-χέρι, με τα δάκρυα να έχουν στεγνώσει
κάτω από τα μάτια τους.
Ο Σταύρος, πλησίασε και μύρισε
τα δυο γυμνά γερασμένα σώματα.
Ο άντρας μύριζε χώμα και η γυναίκα βροχή.
Η εικόνα τους ξεθώριασε στην ημιεπαγγελματική του κάμερα,
λίγο πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους.
Στην πρώτη προβολή της ταινίας, μαζεύτηκε πολύς κόσμος.
Η πλατεία γέμισε φίλους και γνωστούς.
Ο Σταύρος χαιρέτισε κάθε έναν ξεχωριστά,
ευχαριστώντας τον που ήταν εκεί.
Είχε φυλάξει τη δική του πλαστική καρέκλα
και πήρε θέση μαζί με τους υπόλοιπους,
απέναντι από το μαγικό λευκό πανί.
Χαμογέλασε και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά
να γεμίσουν τα πνευμόνια του θάνατο.
Ήξερε πια πως τα δυο γυμνά γερασμένα κορμιά
που αιωρούνταν με τα κεφάλια τους περασμένα στις θηλιές
και τους λαιμούς σπασμένους,
θα ζούσαν κάθε βράδυ την πιο όμορφη ιστορία του κόσμου..
Διήγημα του Σπύρου Σμυρνή. (Ανθρώπων σκιές- Εκδόσεις Πνοή)
Προηγούμενο άρθροTo Εγώ και το Υπερεγώ – S.Freud
Επόμενο άρθροΑΚΟΥ, ΡΕ ΣΥ..
ΣΠΥΡΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ
Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια κουκίδα του χάρτη που κάποιοι είπαν Αιγάλεω. Μια πόλη που ξεκινά από το Α και τελειώνει στο Ω και κάπως έτσι ξετύλιξε το κουβάρι της ζωής μου. Στην αρχή χεβιμεταλάς, μετά από όταν γνώρισα τους Monster Magnet & τον Tom Waits μουσικόφιλος. Σπουδές στο τμήμα Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε και ένα μεταπτυχιακό στο ίδιο τμήμα στην κατεύθυνση των Πολιτισμικών Σπουδών. Αεκτζής, βρωμόστομος με το σύνδρομο του συλλέκτη που με διακατέχει να περιορίζει τα τετραγωνικά κάθε σπιτιού που έχω μείνει. Βιβλία, δίσκοι, cds, dvds, posters, figures παντού. Δουλειά σε δημοσιογραφικά, αθλητικά και μουσικά sites. Μια συνέντευξη με τον Lemmy μεγάλο παράσημο και μετά Didi Music. Υπεύθυνος επικοινωνίας στο γραφείο τύπου. 4 χρόνια και αμέτρητες συναυλίες και άλλες τόσες αναμνήσεις. Stage Volume 1, Gagarin, Fuzz, Piraeus 117 Academy, TerraVibe. Rockwave Festival: άλλο ένα κομμάτι μεγάλο της ζωής μου. Το 2017 στον Αnt1 Media Lab προσπαθούμε να καταλάβουμε με τους σπουδαστές Ηχοληψίας & Μουσικής Παραγωγής τι είναι άραγε η Μουσική Βιομηχανία. Τελευταίο άφησα αυτό που αγαπώ πιο πολύ: Γράψιμο. Γράφω για όσα έχω ζήσει και όσα θα ήθελα να ζήσω. Γαλέρα, Χίμαιρες, Gazzetta, Sonik, Humba κάποια στιγμή φιλοξένησαν τα λόγια μου. Από τις εκδόσεις Πνοή κυκλοφορεί το πρώτο μου βιβλίο που λέγεται «Ανθρώπων Σκιές» Είμαι ο Σπύρος Σμυρνής και χάρηκα πολύ για την γνωριμία. Ελπίζω και εσείς το ίδιο!