Κοινοποιησεις

Κάποιες μέρες, βροχερές γκρίζες ημέρες, οι δρόμοι του Μπρούκλιν άξιζαν
μία φωτογραφία και κάθε παράθυρο άξιζε τον φακό μίας Leica
για να αποτυπώσει το ακίνητο τοπίο με την κοκκώδη υφή.
Μαζεύαμε τα χρωματιστά μολύβια μας και τα χαρτιά μας και
αρχίζαμε να ζωγραφίζουμε σαν άγρια, πρωτόγονα παιδιά μέσα στη νύχτα,
ώσπου πέφταμε εξουθενωμένοι στο κρεβάτι.
Ξαπλώναμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, αμήχανοι ακόμη αλλά
ευτυχισμένοι, ανταλλάσσοντας ξέπνοα φιλιά μέσα στον ύπνο μας.

Το αγόρι που είχα γνωρίσει ήταν ντροπαλό και λιγομίλητο.
Του άρεσε να το καθοδηγούν, να το παίρνουν από το
χέρι και να το βάζουν χωρίς δισταγμούς και αναστολές σε
έναν άλλο κόσμο.
Ήταν ανδροπρεπής και προστατευτικός, έστω κι αν την ίδια στιγμή
ήταν θηλυπρεπής και υποτακτικός.
Ήταν σχολαστικός στο ντύσιμο και στους τρόπους, αλλά όταν δούλευε
ήταν ικανός για αληθινό χάος.
Τα λόγια του ήταν μοναχικά και επικίνδυνα∙ επεδίωκαν και προσδοκούσαν
την ελευθερία, την έκσταση και τη λύτρωση.

Μερικές φορές ξυπνούσα και τον έβρισκα να δουλεύει κάτω από
το λειψό φως των κεριών.
Πρόσθετε τις τελευταίες πινελιές σε έναν πίνακα, γύριζε το έργο
του από ‘δω κι από εκεί, το επιθεωρούσε από κάθε γωνία.
Ονειροπαρμένος, απορροφημένος στις σκέψεις του, σήκωνε το κεφάλι του,
με έβλεπε να χαμογελώ και χαμογελούσε κι εκείνος.
Εκείνο το χαμόγελο ήταν λαμπερό ό,τι άλλο κι αν ένιωθε
ή βίωνε – ακόμα και πολύ αργότερα, όταν πέθαινε, μέσα σε φρικτούς πόνους.

Άραγε στη μάχη ανάμεσα στη μαγεία και τη θρησκεία, ο
νικητής είναι τελικά η μαγεία;
Ίσως ο ιερέας και ο μάγος να ήταν κάποτε ένα
και το αυτό, αλλά ο ιερέας, μαθαίνοντας να είναι ταπεινός
μπροστά στον Θεό, αντικατέστησε το ξόρκι με την προσευχή.

(Από το βιβλίο “Πάτι και Ρόμπερτ” | Μετάφραση: Αλέξης Καλοφωλιάς)