Κοινοποιησεις

Χιόνι σκέπαζε τον αεροδιάδρομο.
Ήρθε από το Βορρά, με την καταχνιά, με την πνοή της βραδινής αύρας που μύριζε θάλασσα.
Θα έμενε εκεί για όλο το χειμώνα, κολλημένο πάνω στο σκούρο χώμα, σαν παγωμένη, διαπεραστική σκόνη• δίχως να λειώνει μήτε να κοκκαλώνει, παρά να μένει στατικό, σαν μια χρονιά χωρίς εποχές. Η μεταβαλλόμενη καταχνιά θα αιωρείται πάνω του όπως τα καπνογόνα στον πόλεμο, καταβροχθίζοντας μια ένα υπόστεγο, μια το παράπηγμα του ραντάρ, μια τα μηχανήματα και απελευθερώνοντάς τα ένα-ένα, αποστερημένα από το χρώμα τους, σαν κατάμαυρα κουφάρια σε κατάλευκη έρημο.
Ένα τοπίο δίχως βάθος, μήτε εναλλαγές, μήτε σκιές. Η γη γινόταν ένα με τον ουρανό. Μορφές και κτίσματα αιχμάλωτα της παγωνιάς σαν πλωτά κομμάτια πάγου.

[John le Carré, Η ώρα των κατασκόπων. Μτφρ.: Ιλάειρα Διονυσοπούλου. Εκδ. Καστανιώτης]