Κοινοποιησεις

Σφράγισε με τα χείλη της το στόμα του.
Φοβόταν μήπως έρθει από κει η νύχτα τους.
Αυτός έμεινε να σκέφτεται το φιλί.
Σαν πόρτα που κλείνει πίσω της όλον τον κόσμο.
Ότι τον έπαιρνε από το χέρι και τον οδηγούσε, μέσα από χλοερά λιβάδια και δροσερά ρυάκια, σ’ ένα μοναχικό σπίτι.
Σε βουνό.
Εκεί όπου ο ήλιος ανατέλλει πιο γρήγορα και δύει πιο αργά.
Εκεί όπου η νύχτα κρατάει λιγότερο ή και καθόλου αν έχεις τέτοια φλόγα στα χείλη.
Τότε αυτός ξέχασε ποιός ήταν, ξέχασε γιατί είχε αποφασίσει να τη δει·
θυμόταν μόνο πως όταν ένας άντρας αξιώνεται τέτοιο φιλί, δεν πρόκειται να χαθεί σε κανένα σκοτάδι.
Έκλεισε πλέον τα μάτια, κι εκείνη τον ακούμπησε απαλά στο μαξιλάρι.
Το στόμα του ήταν μισανοιγμένο σαν χαμόγελο.