Κοινοποιησεις

Φωτογραφίες: by © Sandra Hoyn

Ντάκα, Μπαγκλαντές

Η βροχή θόλωνε τα τζάμια σχηματίζοντας λεπτές γραμμές στα παράθυρα του κίτρινου ταξί.

Κολλάω το πρόσωπο μου στο παγωμένο τζάμι προσπαθώντας να ξεκλέψω λίγες στιγμές του δρόμου. Τα κορναρίσματα είναι τόσο δυνατά που ασυναίσθητα κάνω έναν μορφασμό πόνου.

Δεκάδες, εκατοντάδες, ούτε και εγώ ξέρω πόσοι, άνθρωποι διασχίζουν βιαστικά τους κεντρικούς δρόμους.

Ακροβατούν δίπλα σε λακκούβες λάσπης, προσπερνώντας ξαπλωμένα σκυλιά και αποστεωμένα κοτόπουλα που τρέχουν πανικόβλητα να προστατευτούν από τα πόδια των περαστικών.

Παιδιά σχεδόν γυμνά τρέχουν και αυτά δίπλα από τα κοτόπουλα, απλώνουν το χέρι στους περαστικούς, ζητάνε φαγητό και χρήματα, κάποιες στιγμές θυμούνται ότι είναι παιδιά και παίζουν στην λάσπη ανάμεσα στα σκουπίδια που λιώνουν στον ήλιο κ την βροχή.

Ξαφνικά ένα χέρι χτυπάει με φόρα το τζάμι του ταξί.

Τινάζομαι πίσω σαν να με χτύπησε ρεύμα και καρφώνω το βλέμμα μου στα βρώμικα νύχια που ξύνουν βασανιστικά το παράθυρο.

Ένας σκελετωμένος άντρας μου φωνάζει σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνω, χτυπάει το τζάμι, νιώθω ότι με κατηγορεί για κάτι.

Ο οδηγός του ταξί ελίσσεται ανάμεσα στο πλήθος και απομακρυνόμαστε.

Θέλω να ανοίξω το παράθυρο μου, χρειάζομαι λίγο αέρα αλλά η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική, μυρίζει ανθρώπινο ιδρώτα, υγρασία και τηγανητό φαγητό.

Βρίσκομαι στη Ντάκα, την πόλη που θαρρείς πως έχει μαζέψει όλη τη δυστυχία του ανθρώπου στα σπλάχνα της.

Γιατί είμαι εδώ; Πως το σκέφτηκα να έρθω, να γράψω μια ιστορία και να φύγω;

Εδώ δεν υπάρχει έξοδος κινδύνου και εγώ έχω μια κάμερα, ένα εισιτήριο επιστροφής και ένα καθαρό δωμάτιο στο ξενοδοχείο να με περιμένει.

Το ταξί με οδηγεί στα δυτικά της πόλης.

Ένα ποτάμι διασχίζει σπίτια φτιαγμένα από λαμαρίνες και καλάμια ανάμεσα σε σαπισμένα λάστιχα, χαλασμένα φρούτα, γυαλιά και πλαστικά μπουκάλια.

Κοιτώντας καλύτερα παρατηρώ ότι το ποτάμι δεν έχει νερό.

Δεν υπάρχει τίποτα ζωντανό εκεί μέσα.

Μια παρέα νεαρών διασκεδάζει πετώντας πέτρες σε ένα γέρικο σκυλί.

Το σκυλί δεν κλαίει, δεν αντιστέκεται, μοιάζει να έχει αποδεχτεί την μοίρα του.

Σε κάθε πέτρα αφήνει μια παραπονεμένη φωνούλα, τόσο μικρή που θα έλεγες ότι είναι ένα μωρό που αναστενάζει στον ύπνο του.

Το αίμα που τρέχει από τις πληγές μεθάει τους βασανιστές του που πετάνε κραυγάζοντας όλο και πιο πολλές πέτρες.

Σκέφτομαι ότι αν η κόλαση υπάρχει, θα μοιάζει με αυτόν εδώ τον τόπο.

Έχω έρθει να συναντήσω τη Σουράνα.

Ο συνεργάτης μου έχει κανονίσει να μας δώσει συνέντευξη για το θέμα που ετοιμάζαμε σχετικά με τις γυναίκες που ζουν στους δρόμους της Ντάκα.

Ήταν μια ωραία ιδέα που θα συνδυάζαμε με μια σειρά θεμάτων για την ημέρα της Γυναίκας και τα δικαιώματα τους στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Καθώς πλησιάζει σκέφτομαι ότι πρέπει να έχει γίνει κάποιο λάθος.

Είναι πολύ μικροκαμωμένη και αδύνατη, σχεδόν παιδί.

Δεν είναι δυνατόν να μας μιλήσει ένα παιδί, δεν γίνεται να είναι αυτή η Σουράνα με την συγκλονιστική ιστορία που με τόσο πάθος μου διηγήθηκε ο Αζιφ.

Η Σουράνα χαμογελάει, παρατηρώ ότι τα μπροστινά της δόντια είναι κίτρινα και σπασμένα, το πρόσωπο της κουρασμένο και μόνο το βλέμμα της μαρτυρά ότι είναι παιδί.

Όταν μιλάει για το χωριό της, τα μάτια της λάμπουν.

Εχει πέντε αδέρφια στο Κοξ Μπαζαρ, μου λέει για τον μικρό της αδερφό που έχει να δει 4 χρόνια, μου λέει για τη γλυκιά μυρωδιά της μαμάς της όταν κοιμόντουσαν το βράδυ αγκαλιά.

Πόσο της λείπει αυτή η μυρωδιά.

Την αφήνω να μιλήσει, κάνω νόημα στον Αζιφ να μην τη διακόπτει και να μεταφράσει μετά.

Όσο μιλάει δεν βρίσκεται στο βρώμικο ποτάμι με το ματωμένο σκυλί.

Είναι στην αγκαλιά της μητέρας της, δίπλα στον μικρό της αδερφό.

Η Σουράνα ήρθε στην Ντάκα όταν ήταν 11 χρονών.

Η μικρή γη που καλλιεργούσαν πλημύρισέ από την αλμυρή θάλασσα όταν χτύπησε ο τυφώνας. Η οικογένεια βρέθηκε χωρίς γη, χωρίς τίποτα. Τότε ο θείος της, πρότεινε να φέρει τη Σουράνα στη Ντάκα να δουλέψει σε ένα εργοστάσιο.

Και έτσι τώρα, 4 χρόνια μετά, απλώνει το σκισμένο της σάρι στα βρώμικα πεζοδρόμια και πληρώνεται ένα δολάριο τον πελάτη.

Σε μια καλή μέρα μπορεί να δει και οκτώ με δέκα πελάτες.

Τα χρήματα τα παίρνει ο θείος της και η Σουράνα ελπίζει ότι στέλνει κάποια στους γονείς της και τα αδέρφια της.

Το κλικ της μηχανής και το φλας αστράφτει.

Την τραβάω μια φωτογραφία.

Η Σουράνα κρύβει ένα πνιχτό γέλιο  με το χέρι της.

Τελευταία ερώτηση και ένα ακόμα αστραφτερό κλικ.

“What makes you happy?” ρωτάω στα αγγλικά και ο Αζιφ μεταφράζει.

Δεν ξέρω γιατί κάνω αυτή την ερώτηση, μου ακούγεται τόσο παράταιρη, τόσο άσκοπη και θυμώνω με τον εαυτό μου.

Η Σουρανα όμως χαμογελάει.

Το βλέμμα της αστράφτει πάλι.

“Αν είμαι τυχερή και ο πελάτης έχει πολλά λεφτά θα με πάει σε ξενοδοχείο.

Και τότε θα ξαπλώσω σε πραγματικό κρεββάτι”.

Στο δρόμο της επιστροφής η κίνηση ακόμα έντονη.

Τα πολύχρωμα ρικσο με τους νυσταγμένους οδηγούς περιμένουν πελάτες και οι άστεγοι έχουν απλώσει πανιά στις άκρες των δρόμων για να περάσουν την νύχτα.

Τα γκαζάκια των μικροπωλητών τρεμοσβήνουν στο ανεπαίσθητο φύσημα του ανέμου.

Τσάι, ξηροί καρποί, μπανάνες, ανανάς και το φεγγάρι να φωτίζει το τσιμέντο. Από κάποιο μεγάφωνο η Σελίν Ντιον τραγουδάει για τη δύναμη της αγάπης ανάμεσα σε κορναρίσματα και ινδικά τραγούδια.

Στο λόμπι του ξενοδοχείου το BBC αναλύει την ευρωπαϊκή οικονομία.

Πρόσφυγες, φτωχοί, άστεγοι και οι Σουράνες αυτού του κόσμου.

Αλήθεια, που είναι η έξοδος κινδύνου;