Κοινοποιησεις

Κάποτε, σε ένα σχολείο μιας μικρής επαρχιακής πόλης, ήρθε ένας καινούριος μαθητής. Ήταν αρκετά φοβισμένος, με κάποια κιλά παραπάνω, χοντρά γυαλιά και αδέξιος. Το μαρτύριο του ξεκίνησε σταδιακά, αρχικά ήταν κάποια πειράγματα για τα χοντρά γυαλιά στα οποία δεν αντέδρασε, μετά ήταν κάποιες κοροϊδίες για τα κιλά του, οι οποίες σύντομα έγιναν καθημερινές και όλο και πιο σκληρές. Δεν απαντούσε ποτέ, έσκυβε το κεφάλι και χαμογελούσε. Οι «μάγκες» της τάξης τον κορόιδευαν χυδαία, του πετούσαν την τσάντα και τον υποχρέωναν να την ψάχνει, του έβαζαν τρικλοποδιά απλά επειδή μπορούσαν. Ακόμα και η φιλόλογος, γελούσε όταν μπέρδευε το μάθημα ή δεν ήξερε τι να απαντήσει. Δεν είχα καταλάβει αν ήταν όντως τόσο κακός μαθητής ή αν μέσα σε όλο αυτό το ζοφερό κλίμα απλά είχε αποδεχτεί την μοίρα του και είχε παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια.

Εκείνο το πρωί, έμοιαζε σαν μια συνηθισμένη μέρα. Οι πρώτες ώρες κύλησαν ομαλά, καμία κοροϊδία, καμία σφαλιάρα, καμία τρικλοποδιά. Ώσπου φτάσαμε στο τρίτο διάλειμμα το μεγάλο. Κάθισε μόνος του στη γωνία του και έβγαλε να φάει ένα σάντουιτς. Τότε όρμησαν μέσα οι δυο μόνιμοι δήμιοι του. Τους κοίταξε τρομαγμένος – τους κοίταξα και εγώ. Πριν καν συνειδητοποιήσω τι είχε γίνει, ο ένας του έβγαλε τα γυαλιά και ο άλλος του πήρε το σάντουιτς. Ένας τρίτος εμφανίστηκε από το πουθενά κρατώντας κάτι που έμοιαζε με μπιφτέκι το οποίο προσπαθούσαν να του το βάλουν στο στόμα. Τα γυαλιά του έσπασαν, εκείνος άρχισε να κλαίει με αναφιλητά και ένας από τους νταήδες τον χτύπησε στη μύτη. Άρχισα να φωνάζω, ήρθαν οι καθηγητές, ήρθαν τα παιδιά, και όλοι παγώσαμε μπροστά στο ματωμένο πρόσωπο του, λερωμένο με μύξες, αίματα και μπιφτέκι.

Η ιστορία τελειώνει εδώ, οι νταήδες πήραν αποβολή, ο συμμαθητής μας δεν ήρθε για μια εβδομάδα στο σχολείο. Το περιστατικό «ξεχάστηκε» και όλοι συνεχίσαμε σαν να μην είχε συμβεί ποτέ…

Αρκετά χρόνια μετά, έχουμε αφήσει πίσω το σχολείο, έχουμε συνεχίσει (ή όχι) τις σπουδές, άλλοι εργαζόμαστε άλλοι όχι. Ο χρόνος και η νοσταλγία των μαθητικών χρόνων έχει καλύψει τις άβολες μνήμες και έχει ξορκίσει τις κακές εικόνες. Και ενώ περιμένω στην ουρά μιας δημόσιας υπηρεσίας, ένας άντρας στέκεται πίσω μου.

Εάν η ζωή ήταν ταινία, τώρα θα σας έλεγα ότι ήταν πανέμορφος, γυμνασμένος, γεμάτος αυτοπεποίθηση και σίγουρα με μια πολύ πετυχημένη καριέρα. Όμως δεν ήταν τίποτα από αυτά. Είχε πολλά κιλά, χοντρά γυαλιά που παραμόρφωναν τα μάτια του, μαλλιά που έμοιαζαν μέρες άλουστα, το κεφάλι κατεβασμένο και το παρουσιαστικό του δεν ενέπνεε καμία αυτοπεποίθηση. Τον αναγνώρισα αμέσως, δεν είχε αλλάξει πολύ, απλά είχε μεγαλώσει. Τον χαιρέτησα με αμηχανία, φοβήθηκα ότι ίσως να του ξυπνούσα κακές μνήμες και να μην ήθελε να μου μιλήσει παρόλο που ήμουν η μόνη που είχα κάποτε προσπαθήσει να τον πλησιάσω. Με αναγνώρισε και εκείνος. Αμέσως σκέφτηκα ότι είχε ακόμα εκείνο το πρόβλημα στην ομιλία ενώ ψεύδιζε περισσότερο από ότι θυμόμουν. Για να πω κάτι ευχάριστο τον ρώτησα με τι ασχολείται. Μου είπε ότι δούλευε σε μια αποθήκη ενός σουπερ μαρκετ αλλά μόλις είχε απολυθεί. Δεν είχε συνεχίσει τις σπουδές του, είχε παραμείνει εκείνο το φοβισμένο πλάσμα που ήταν πάντα.

Το ασχημόπαπο λοιπόν που δεν έγινε ποτέ κύκνος, αλλά παρέμεινε ασχημόπαπο. Η ακόμα χειρότερα, παρέμεινε αυτό που όλοι τον θεωρούσαν ένας «παράξενος», «διαφορετικός», «αποτυχημένος». Ένας ρόλος που του αποδόθηκε από μικρή ηλικία και τον οποίο δεν κατάφερε ποτέ να αποτινάξει. Αντιθέτως, η εικόνα αυτή τον σφράγισε, τον όρισε και πιθανόν καθόρισε και όλη την υπόλοιπη πορεία του.

Η «διαφορετικότητα» στην εποχή μας έχει πολλές ερμηνείες, την συζητάμε, την αναλύουμε, άπειρο μελάνι χύνεται και όλοι σχεδόν την εξυμνούμε. Το να είσαι διαφορετικός είναι πλέον κομμάτι της ποπ κουλτούρας αρκεί βέβαια να μην παρεκκλίνει από τις αποδεκτές κοινωνικές συνιστώσες.

Τι γίνεται λοιπόν όταν το να είσαι διαφορετικός δεν είναι political correct; όταν το ασχημόπαπο δεν γίνεται κύκνος και όταν κανένα “success story” δεν σε συνοδεύει; Έχεις δικαίωμα να είσαι «αποτυχημένος» και να υπάρχεις, να αγαπάς και να αγαπιέσαι σε μια κοινωνία που σε μετράει από την εικόνα σου;

Ζούμε σε έναν κόσμο που καθημερινά κρινόμαστε από «ειδικούς», που σταδιακά χάνουμε την ικανότητα να εμπιστευόμαστε την δική μας κρίση και που μαθαίνουμε να μετράμε τον εαυτό μας μέσα από τα μάτια των άλλων. Δεν έχει πλέον τόση σημασία αυτό που πραγματικά είμαστε, ή νιώθουμε, οι ικανότητες μας, οι ευαισθησίες μας, οι φόβοι μας, οι μικρές επιτυχίες και αποτυχίες μας- αλλά η επιφανειακή εντύπωση η οποία θα καθορίσει αν θα γίνουμε αποδεκτοί ή όχι.

Η αποδοχή του διαφορετικού όμως δεν είναι μια ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα, δεν είναι ένα σλόγκαν ή μια φωτογραφία με τους «διαφορετικούς φίλους» μας.

Είναι το να αποδεχτούμε ότι έχουμε δικαίωμα να υπάρχουμε και να παραμείνουμε ατελείς σε μια κοινωνία που θεοποιεί την «τελειότητα» και που ξέρει πολύ καλά πως να παίζει με τους πιο ενδόμυχους φόβους: τον φόβο της μοναξιάς, της ασχήμιας, της απόρριψης, των γηρατειών, του φθαρτού σώματος και του θανάτου.

Ζούμε σε μια κοινωνία που μας ζητάει να μεγαλώσουμε πολύ γρήγορα αλλά μας αρνείται το δικαίωμα να γεράσουμε. Που δημιουργεί έναν κόσμο γεμάτο καθρέφτες, ο οποίος μεταβάλει τόσο τον τρόπο που βλέπουμε εμείς τον εαυτό μας όσο και τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο έξω από τον εαυτό μας. Η εικόνα έχει γίνει ο καθρέφτης σε ένα σύστημα που μας πουλάει όχι τόσο καταναλωτικά αγαθά όσο φαντασιώσεις. Που μας γεμίζει φόβους και ενοχές σε ένα συνεχές κυνήγι της «επιτυχίας», της «ομορφιάς» και της «ευτυχίας».

Που μας λέει ότι αν δεν αγοράσουμε την σωστή οδοντόκρεμα θα έχουμε άσχημη αναπνοή και δεν θα αξίζουμε το φιλί και την αγάπη, αν δεν φάμε τα σωστά χωρίς γλουτένη προϊόντα θα χάσουμε την υγεία και την ομορφιά μας. Αν δεν καλύψουμε τα σπυράκια μας και αν δεν αδυνατίσουμε θα μείνουμε άσχημοι και μόνοι, αν δεν πάρουμε την σωστή κρέμα ή δεν κάνουμε botox θα γεράσουμε, αν δεν κάνουμε ανώτερες σπουδές ή αν χάσουμε την δουλειά μας θα μπούμε στο κοινωνικό περιθώριο, αν τα παιδιά μας δεν είναι ευγενικά και υπάκουα ή αν δεν κάνουμε παιδιά θα έχουμε αποτύχει…

Κάνουμε τόσες προσπάθειες να στηρίξουμε την εικόνα που χτίζουμε και αυτή που μας ζητάνε και αυτή που νομίζουμε πως μας ζητάνε ώστε κάπου εκεί χάνουμε αυτό που πραγματικά είμαστε και θέλουμε και κυρίως ξεχνάμε πως μπορούμε να υπάρχουμε και χωρίς αυτή την εικόνα.

Μπορούμε να υπάρχουμε και ατελείς