Κοινοποιησεις

 

Στη λέξη φιλανθρωπία υπάρχει μια βαθιά αντίφαση,
στα όρια του οξύμωρου.
Ο άνθρωπος είναι απλώς άνθρωπος,
δεν μπορεί να είναι φιλάνθρωπος.
Όπως ο λύκος δεν μπορεί να είναι φιλόλυκος,
ούτε η κότα φιλόκοτα και ο σκύλος φιλόσκυλος.
Ο σκύλος, ναι, μπορεί να είναι φιλάνθρωπος,
ως το κατεξοχήν κατοικίδιο που έχει μια σχεδόν
αυτοκαταστροφική προσκόλληση στο είδος μας.
Η κότα δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ φιλάνθρωπη,
αν είχε μια ελάχιστη επίγνωση του προορισμού της ως σούπας
ή κοκκινιστής.
Η γάτα, αν και εξίσου προσκολλημένη στον άνθρωπο
και τα ενδιαιτήματα του, δεν είναι φιλάνθρωπη.
Είναι απλώς φίλαυτη.
Κι επειδή αγαπάει τον εαυτό της περισσότερο από οτιδήποτε άλλο –
αν μπορεί να αποκληθεί αγάπη το ένστικτο αυτοσυντήρησης
που έχει κάθε ον -,
συμβιβάζεται με την αναγκαστική συνύπαρξή της με τον άνθρωπο.
Είναι μια κατεξοχήν φιλόγατα που συνδέεται με μνημόνιο κατανόησης
με τον άνθρωπο, αν υποθέσουμε ότι η βάση της συνύπαρξης της
μ’ αυτόν είναι να πιάνει ποντίκια ή να προσφέρει το σώμα της
στην ανθρώπινη ανάγκη για τρυφερότητα και χάδι.
 
Ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι φιλάνθρωπος.
Μπορεί να είναι φιλόζωος ή ζωόφιλος –
ας μην μπλέξουμε με την αυθεντική έννοια
των δυο ταυτόσημων λέξεων -,
που σημαίνει την αγάπη για τη ζωή και  για τα ζώα.
Φιλάνθρωπος μπορεί να είναι μόνον ο άνθρωπος
που θεωρεί πως μόνος αυτός – άντε,
και μερικοί ακόμη φίλοι, συγγενείς,
άτομα της τάξης του, της αισθητικής του, της ιδεολογίας του –
έχει ξεφύγει από την κατάσταση του ζώου
και αντιμετωπίζει τους άλλους του είδους του ως ζώα,
που έχουν την ανάγκη της φιλανθρωπίας του
(ή της ζωοφιλίας του) και του οφείλουν ευγνωμοσύνη γι’ αυτήν.
 
Ακόμη κι αν αποδεχθεί κανείς τη χριστιανική αντίληψη
της φιλανθρωπίας, πρέπει να εκκινήσει από τη βάση της,
που είναι η φιλαυτία.
«Αγάπα τον πλησίον σου ως σε αυτόν», λέει το ευαγγελικό πρόταγμα.
Αλλά αυτό προϋποθέτει, πρώτον, να αγαπάς τον εαυτό σου.
Δεύτερον, να αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου
σε μια κατάσταση ισότητας με τον πλησίον.
Τρίτον, να νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε μια ενότητα με τον πλησίον.
Δηλαδή, να αντιλαμβάνεσαι την ανθρώπινη φύση σου,
έτσι όπως την αντιλαμβανόταν ο Hobbes στον «Λεβιάθαν» του:
«Η φύση έχει κάνει σε τέτοιο βαθμό τους ανθρώπους ίσους
ως προς τις ικανότητες του σώματος και του νου,
ώστε (…) η διαφορά των ανθρώπων δεν είναι τόσο αξιοσημείωτη
που να μπορεί κανείς να αξιώνει για τον εαυτό του
οποιοδήποτε ωφέλημα το οποίο κάποιος άλλος
να μη μπορεί εξίσου καλά να το αξιώσει».
 
Η κοινωνία δεν χρειάζεται «ανιματέρ» του ανθρωπισμού,
ούτε «σελέμπριτι» του πλούτου και της «γκλαμουριάς»
για να αφυπνιστούν τα ανθρωπιστικά ανακλαστικά της.
Χρειάζεται μηχανισμούς εξάλειψης της φτώχειας,
της ανισότητας και της περιθωριοποίησης.
Συζητάει κανείς γι’ αυτό;
Όχι.
Αλλά, όταν θεωρείται αδιανόητο να μείνει ανεξόφλητος ο ομολογιούχος –
κατά κανόνα μέλος του πλουσιότερου 1% του παγκόσμιου πληθυσμού
που ευθύνεται για την εξαθλίωση του φτωχότερου 30% –
και αυτονόητο να «κουρευτεί» ο συνταξιούχος των 600 ευρώ,
το αποτέλεσμα είναι θα είναι αυξάνονται επικίνδυνα οι επαίτες
και αποδέκτες της φιλανθρωπίας.
Κι είναι μάλλον απίθανο να εξαγοραστούν η επικινδυνότητα
και η σιωπή τους με τα ψίχουλα της επαιτείας.
 
Αλλά η βιομηχανία της φιλανθρωπίας προτιμά ακριβώς αυτό:
να καταστήσει τους ανθρώπους,
ακόμη και τους φτωχότερους και δυστυχέστερους,
συνενόχους της φτώχειας και της δυστυχίας τους.
Να τους πείσει ότι οι αναξιοπαθούντες πλησίον τους
είναι θύματα μιας «φυσικής ανισότητας»,
εξίσου ακατανίκητης με τις θεομηνίες ή τις φυσικές καταστροφές.
Έτσι, δεν αγαπούν τον πλησίον τους ως σε αυτόν.
Απλώς, τον οικτίρουν και τον απομακρύνουν σε απόσταση ασφαλείας.
Τον αντιμετωπίζουν ως απειλή που πρέπει να εξευμενιστεί.
Κατ’ ουσίαν τον μισούν γιατί υπάρχει, παρ’ ότι η εξαθλίωση του
άλλου είναι προϋπόθεση της δικής τους –
υπαρκτής ή φανταστικής- ευδαιμονίας,
καθιστώντας τη φιλανθρωπία μια αυθεντική μισανθρωπία.