Κοινοποιησεις

Η ανθρώπινη εργασία! Η έκρηξη που φωτίζει κάπου κάπου την άβυσσό μου.

«Τίποτα δεν είναι μάταιο· εμπρός, ζήτω η επιστήμη!» κηρύσσει ο σύγχρονος Εκκλησιαστής, δηλαδή όλος ο κόσμος. Κι όμως, οι ελεεινοί και οι κηφήνες κλείνουν με τα πτώματά τους το δρόμο των άλλων… Αχ! γρήγορα, κάντε πιο γρήγορα· εκεί κάτω, πέρα από τη νύχτα, οι μέλλουσες ανταμοιβές, οι αιώνιες … θ’ αφήσουμε να μας ξεφύγουν; …

— Τι να κάνω; Την εργασία την έχω δοκιμάσει και η επιστήμη είναι πολύ αργή… Ας καλπάζει η προσευχή, ας αστράφτει κι ας βροντά … είναι ολοκάθαρο. Πολύ απλό, και κάνει τόση ζέστη· θα τα καταφέρουν και χωρίς εμένα. Ξέρω το χρέος μου, και θα είμαι περήφανος, όπως τόσοι άλλοι, παραμελώντας το.

Η ζωή μου ρήμαξε. Άντε! Ας κάνουμε το κορόιδο, ας τεμπελιάσουμε, έλεος! Και θα επιβιώσουμε διασκεδάζοντας, ονειροπολώντας εκτρωματικούς έρωτες και μυθικά σύμπαντα, γκρινιάζοντας και μεμψιμοιρώντας για τα φαινόμενα του κόσμου: σαλτιμπάγκος, ζητιάνος, καλλιτέχνης, ληστής – παπάς! Στο κρεβάτι του νοσοκομείου μού ξανάρθε έντονη μυρωδιά λιβανιού: μυροφύλακας, εξαγορευτής, μάρτυρας…

Τα φαντάσματα της άθλιας ανατροφής μου επιστρέφουν. Και λοιπόν;… Να κλείσω τα είκοσι, μια και τα κλείνουν κι άλλοι…

Όχι! όχι! Τούτη την ώρα ξεσηκώνομαι ενάντια στο θάνατο! Η εργασία μοιάζει εντελώς ασήμαντη μπροστά στον εγωισμό μου: προδίδοντας τον κόσμο θα συντόμευα πολύ το μαρτύριό μου. Την ύστατη στιγμή θα τά ’βαζα με τους πάντες…
Και τότε, αχ! καημένη μου ψυχή, αποχαιρέτα τη την αιωνιότητα!
Μια εποχή στην κόλαση

(Μετάφραση: Χριστόφορος Λιοντάκης)