Κοινοποιησεις
 
 
Γλυκό ήταν βράδυ του καλοκαιριού
Με εύθυμη παρέα
Που γέμιζε σχεδόν το μπαρ του Τζο
Στη άκρη της πλατείας.
Τραγούδια κι έξυπνες ιστορίες
Φτάναν απ’ έξω.
Ένας αλήτης σύρθηκε μέσα
Και στρώθηκε στο πάτωμα.
“Από που ήρθε τούτο;” είπε κάποιος.
“Ο αέρας το έσπρωξε ‘δω μέσα”.
“Και τι ζητά;” φώναξε ένας άλλος.
“Ουίσκι, ρούμι ή τζιν;”
“Εδώ Τόμπυ, δώσε”,
Το στομάχι σου πολλά αντέχει,
Αλλά αυτόν εδώ με τίποτα,
Βρωμιάρης σαν Τούρκος που ‘ναι”.
Τότε ο αλήτης αυτός ο άθλιος φτωχός έλαμψε με στωική ευγένια
Και χαμογέλασε σαν σκέφτηκε πως
Στο κατάλληλο ήρθε μέρος.
“Ελάτε παιδιά! Ξέρω πως υπάρχουν ευγενικές καρδιές
Σε τούτη την όμορφη συντροφιά,
Ακόμη κι ένας παπάς περήφανος θα ένιωθε,
Αν βρισκόταν με τόσο καλή παρέα.
Ένα ποτό, αυτό θέλω μόνο.
Λεφτά δεν έχω, ξέρετε, τα ‘δωσα τη συμμορία να κεράσω.
Το παιδί αυτό ποτέ δεν αργούσε. Τι γελάς σα να σκέφτεσαι;
Η τσέπη αυτή ποτέ δεν κράτησε πεντάρα.
Φτιαγμένος ήμουν κάποτε, φίλοι μου, όπως όλοι σας.
Τις ευχαριστίες μου, αυτό με τόνωσε.
Ευλόγησον κύριε, μια κι έξω. Όταν ξανάρθω στο όμορφο αυτό σαλούν,
Θα σας μιλήσω πάλι.
Να τραγουδήσω; Όχι δεν μπορώ.
Πέρασε ο καιρός των τραγουδιών.
Σπασμένη η φωνή μου,
Άχρηστο το λαρύγγι μου,
Και γρήγορα λαχανιάζω.
Έι, άλλο ένα ουίσκι και θα σας πω τι συνέβη.
Μια ιστορία αστεία θα σας πω, στην ουσία πρόκειται για δύο.
Δεν ήμουν πάντα έτσι,
Ούτε φαντάζεστε πως ήμουνα.
Πάνε τώρα τέσσερα ή πέντε χρόνια.
Βάλε μου άλλο ένα”.
“Γέμισέ το Τζο, να ζωντανέψει λίγο αυτό το γέρικο σκιάχτρο”.
“Τέτοια φτωχά ποτά για αλήτη σαν κι εμένα
Μίζερα είναι.
Στα πέντε δάχτυλα, έτσι πρέπει,
και στο μπουκάλι και στο ποτήρι.
Λοιπόν, φίλοι μου και κύριε,
Τους σεβασμούς μου έχετε,
Ωραία με κεράσατε.
Και να σας πω θα ‘θελα τώρα
Πως έγινα ο βρωμιάρης που πριν δεν ήμουνα.
Όπως είπα πριν, άντρας ήμουν,
Καλοβαλμένος, μυώδης κι όλο υγεία,
Αλλά για ένα λάθος, πρέπει να ‘χεις μυαλό καθάριο.
Ζωγράφος ήμουν, δεν ζωγράφιζα σε τούβλα και ξύλο,
Αλλ’ ήμουν καλλιτέχνης, για την ηλικία μου καλός.
Σκληρά δούλευα ν’ αναδειχτώ κι έβλεπα της δόξας μου τ’ αστέρι ν’ ανατέλλει.
Ζωγράφισα, ίσως το ξέρετε,
Της Φήμης τ’ Αστέρι.
Δεκαπέντε χιλιάδες λίρες έβγαλα
Κι έγινα γνωστός.
Τότε γνώρισα μια γυναίκα, τώρα αρχίζει τ’ αστείο:
Είχε μάτια που το μυαλό μου πέτρωναν, και στην καρδιά μου βυθίζονταν.
Γιατί δεν γελάτε τώρα; Δεν είναι αστείο που ο αλήτης μπροστά σας
Μπορούσε ποτέ να ‘χει τέτοια γυναίκα και την αγάπη της να καρτερά;
Έτσι ακριβώς ήταν, και για ένα δύο μήνες τα χαμόγελά της μου χάριζε,
Κι όταν τα χείλη της τ’ αγαπημένα αγγίζαν τα δικά μου, νόμιζα πως ήμουν στον ουρανό.
Παιδιά, είδατε ποτέ κοπέλα που θα δίνατε και την ψυχή σας,
Να μοιάζει στην Αφροδίτη της Μήλου, τόσο όμορφη,
Με μάτια πιο λαμπρά κι απ’ το διαμάντι του Κόχι – Νουρ,
Και με μαλλιά πλούσια καστανά;
Τέτοια αν είδατε ποτέ κοπέλα, ήταν αυτή, από κάθε άνδρα ποθητή.
Ένα απόγευμα του Μάη,
Το πορτραίτο δούλευα ενός φίλου κοντινού.
Προς μεγάλη μου έκπληξη,
Η κυρά μου το θαύμασε
Και είπε πως θέλει να γνωρίσει τον φίλο μου
Με τα τόσο υπέροχα μάτια
Καιρός δεν πέρασε πολύς, λιγότερο από μήνας,
Κι έψαξε και τον βρήκε.
Ο φίλος μου έκλεψε την αγάπη μου,
Κι έμεινα μόνος.
Πέρασε ένας μίζερος χρόνος.
Το πολύτιμο ξεθώριασε κόσμημά μου και χάθηκε.
Να γιατί άρχισα να πίνω. Αλλά γιατί δεν γελάτε πια;
Νόμιζα πως ήσασταν ευχάριστα παιδιά και συνέχεια γελάτε.
Τι συμβαίνει φίλε; Σε βλέπω να δακρύζεις.
Έλα, γέλα όπως εγώ. Μόνο γυναίκες και μωρά θα ‘πρεπε να κλαίνε.
Παιδιά, αν με κεράσετε άλλο ένα, θα ‘μαι ευτυχισμένος.
Τώρα αμέσως θα ζωγραφίσω το πρόσωπο που μ’ οδήγησε στην τρέλα.
Δως μου την κιμωλία που έχετε για τους αγώνες του μπέιζμπολ.
Και θα δείτε την ποθητή κυρά στο πάτωμα του μπαρ”.
Μ’ ένα ποτό ακόμη και την κιμωλία στο χέρι, ο αλήτης ξεκινά
Να ζωγραφίζει το πρόσωπο που θα μπορούσε να κερδίσει την ψυχή κάθε άντρα.
Και καθώς σχεδίαζε μια τούφα σ’ αυτό το όμορφο κεφάλι,
Μια κραυγή έβγαλε τρόμου,
Και με φόρα πάνω στην εικόνα έπεσε – νεκρός!
.
(Απόδοση στα ελληνικά: Νίκος Βουτυρόπουλος)