Κοινοποιησεις

Το μυθιστόρημα “Η μάνα” γράφτηκε το 1906, από τον κορυφαίο σοβιετικό συγγραφέα Μαξίμ Γκόρκι.

Η ΜΑΝΑ, είναι το αγαπημένο μυθιστόρημα εκατομμυρίων ανθρώπων σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
«Το βιβλίο παρουσιάζει την πορεία της εργατικής τάξης, από τη βουβή δυσαρέσκεια για τη ζωή της ως τη διαμαρτυρία, από την ακαθόριστη, την αυθόρμητη αγανάκτηση ως τη συνειδητή πολιτική πάλη, με ηγέτη το μπολσεβίκικο κόμμα.

Γράφτηκε το 1906, όπου ο κορυφαίος σοβιετικός συγγραφέας Μαξίμ Γκόρκι , απεικονίζει για πρώτη φορά στη λογοτεχνία, την πάλη του επαναστατικού προλεταριάτου για το σοσιαλισμό, κάτω από την καθοδήγηση του κόμματος της εργατικής τάξης, και τη γέννηση του νέου ανθρώπου μέσα σ’ αυτόν τον αγώνα.

Στην Ελλάδα έχει κυκλοφορήσει σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα και σε διάφορες μεταφράσεις.
Η μετάφραση αυτής της έκδοσης έχει γίνει απευθείας από τα ρώσικα.

«Τα παιδιά μας, τα πολυτιμότερα κομμάτια της καρδιάς μας
δίνουν τη λευτεριά και τη ζωή τους,
χάνονται χωρίς λύπηση για τα νειάτα τους,
τι θες, λοιπόν, να κάνω εγώ, η μάνα;»

Μ.ΓΚ.

Τι να πρωτοπεί κανείς γι’ αυτό το αριστουργηματικό βιβλίο του ΜαξίμΓκόρκι;
Για τον ύμνο των εργατών όλου του κόσμου;
Για τον ύμνο της Μάνας, της οποίας η αγάπη, δεν γνωρίζει όρια και σύνορα;

Το κείμενο, κατόρθωσε να παραμείνει διαχρονικό και, με τον απλό και καθάριο λόγο του, να προκαλεί ρίγη συγκίνησης στον αναγνώστη μέχρι σήμερα.

Το πρώτο μέρος δημοσιεύτηκε στα 1906, αλλά κατασχέθηκαν τα περιοδικά που το είχαν δημοσιεύσει, ενώ το νομαρχιακό δικαστήριο της Πετρούπολης, έδωσε στις εφημερίδες την παρακάτω ανακοίνωση: «…καταζητείται ο ελαιοχρωματιστής Αλεξέι Μαξίμοβιτς  Πεσκόφ (Μαξίμ Γκόρκι)…».

Ο Γκόρκι ζούσε τότε στην Ιταλία κι ο τόπος διαμονής του ήταν γνωστός στις τσαρικές αρχές, που όμως ήθελαν να κρατήσουν όλες τις γραφειοκρατικές διατυπώσεις για τον καταζητούμενο «ελαιοχρωματιστή».
Κατηγορούσαν τον Γκόρκι, για τη συγγραφή και τη δημοσίευση έργου που «…καλλιεργούσε την εχθρότητα των εργατών κατά των εύπορων τάξεων του πληθυσμού και ωθούσε σε εξέγερση…»

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου, δημοσιεύτηκε με μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις της τσαρικής λογοκρισίας.
Ολόκληρο το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Ρωσία το 1917».
Είναι σαφώς επηρεασμένο από πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα υπαρκτά.
Η ηρωίδα του Γκόρκι και ο γιός της, θυμίζουν πολύ «τους πρωτεργάτες της διαδήλωσης στο Σόρμοβο: την Α. Κ. Ζαλόμοβα και τον Π. Α. Ζαλόμοφ».

Ποια είναι όμως η Μάνα;

Η Πελαγέα Νίλοβνα, μία γυναίκα βασανισμένη, φοβισμένη, κακοποιημένη από τον άντρα της. Ένας άνθρωπος που έμαθε να ζει στο περιθώριο και απλά να εκτελεί εντολές, όπως όλες οι γυναίκες της τάξης της.
Ο Μιχαήλ Βλάσοφ, ο σύντροφός της, ένας άνδρας άγριος, απότομος κι επιθετικός, είναι ο φόβος κι ο τρόμος όχι μόνο της γυναίκας του, αλλά και όλων των υπολοίπων ανθρώπων του περιβάλλοντός του.
Μόνο ο γιός του, ο Πάβελ, δοκιμάζει ν’ αντισταθεί στη σκληρότητά του.

Σύντομα ο Μιχαήλ πεθαίνει και τη θέση του στο σπίτι παίρνει ο νεαρός.
Αρχικά προσπαθεί ν’ ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του, δεν αργεί όμως να καταλάβει πως ο δρόμος αυτός δεν του ταιριάζει.

Η Μάνα είναι δίπλα του αθόρυβη, διακριτική, πάντα φοβισμένη.
Ο νεαρός την παρατηρεί προσεκτικά.
«Την έβλεπε ψηλή, λίγο καμπουριασμένη, το κορμί της τσακισμένο από τα πολλά χρόνια της δουλειάς και τις γροθιές του άντρα της.
Το πλατύ, στρογγυλό πρόσωπό της, χαραγμένο από τις ζαρωματιές και σαν πρησμένο, φωτιζόταν από τα σκούρα, ανήσυχα και θλιμμένα μάτια.
Οι κακουχίες και ο φόβος που την διαπότιζαν τόσα χρόνια ήταν πασιφανείς..
Στα πυκνά μαύρα μαλλιά της γυάλιζαν ασπρισμένες τούφες.
Ολόκληρη η μάνα όμως, έδειχνε απαλή, θλιμμένη, υπάκουη…».

Μία νέα ζωή θα ξεκινήσει από δω και πέρα για την οικογένεια, καθώς ο «Πάσια» θα πρωτοστατήσει στον επαναστατικό αγώνα.
Η Νίλοβνα στην αρχή διστακτικά, στη συνέχεια με μεγαλύτερη θέρμη, θ’ αποδεχτεί την επιλογή του παιδιού της.
Θα γνωρίσει τους ομοϊδεάτες του Πάβελ, θα γοητευτεί από το πάθος τους, θα τους αγαπήσει, θα ταυτιστεί μαζί τους, θα νοιώσει μέρος και μέλος μιας ομάδας, που για κάτι όμορφο αγωνίζεται. Αργότερα, μάλιστα, επηρεασμένη και από τις προσωπικές της εμπειρίες, από τη δική της «σκλαβιά», δεν θα διστάσει ούτε στιγμή, ν’ αναλάβει πολλές φορές και η ίδια επικίνδυνες αποστολές.
Θα γίνει η «μανούλα» όλων, η «μανούλα» μιάς ολόκληρης ιδεολογίας.

«Συλλογιόμουνα τη δική μου ζωή, θεέ και κύριε!
Πώς έζησα εγώ;
Ξύλο… δουλειά… τίποτα δεν έβλεπα παρεκτός απ’ τον άντρα, τίποτα δεν ήξερα άλλο από το φόβο!
Και το πώς μεγάλωνε ο Πάσια ούτε που το έβλεπα, κι αν τον αγαπούσα τότε που ζούσε ο άντρας μου ούτε που το ξέρω!
Όλες οι φροντίδες, όλες οι σκέψεις μου, ένα σκοπό είχαν, να ταίσω το θεριό μου νόστιμο φαί, να το χορτάσω, να προλάβω τί ήθελε για να μη θυμώνει, να μη με φοβερίζει με τις γροθιές, να με λυπηθεί έστω μια φορά.
Δε θυμάμαι να με λυπήθηκε ποτές.
Μ’ έδερνε, λες και δεν έδερνε τη γυναίκα του, μα όλους μαζί όσους δε χώνευε.
Είκοσι χρόνια έζησα έτσι…».

«Η Νίλοβνα αγαπούσε και αγαπάει το γιο της, τώρα όμως αγαπάει σαν μάνα όλους τους καταπιεσμένους, νοιώθει τον εαυτό της μάνα μιάς γιγάντιας οικογένειας, ολόκληρης της εργατικής τάξης, καταλαβαίνει πως είναι χρήσιμη στη μεγάλη υπόθεση του αγώνα.

Ο γιος φυλακίζεται. Αυτό, αντί να τη λυγίσει, της δίνει δύναμη να συνεχίσει.

«Ευχαριστώ, μάνα! Ευχαριστώ, καλή μου!», της λέει όταν αποφυλακίζεται.
«Γιατί βοηθάς στο μεγάλο μας έργο’ σ’ ευχαριστώ!
Όταν ο άνθρωπος μπορεί να λέει τη μάνα, καλή του και στην ψυχή, είναι μια σπάνια ευτυχία…».

Βέβαια, δεν παύει ν’ ανησυχεί για το μέλλον, για την πορεία των πραγμάτων, αλλά, παρ’ όλ’ αυτά, αφήνει τον Πάβελ να διαχειριστεί ελεύθερα τη ζωή του χωρίς να δημιουργεί προβλήματα.

«Δικιά σου είν’ η ζωή, δικιά σου κι η δουλειά σου.
Αλλά την καρδιά μου μην τη σπαράζεις!
Πώς μπορεί να μη λυπάται η μάνα;
Δεν μπορεί… Εγώ όλους σας λυπάμαι!
Όλοι σας παιδιά μου είστε, όλοι σας τ’ αξίζετε!
Και ποιος άλλος από μένα θα λυπηθεί;…»

Η Πρωτομαγιά φέρνει στη ζωή της Πελαγέα μία πρωτόγνωρη έξαψη.
Και μία σιγουριά για τον δρόμο που επέλεξε ο μονάκριβός της.
«Στην καρδιά της έδιναν παράξενα τόπο μια η θλίψη και μια η χαρά».
Πιάνει κουβέντα με τους υπόλοιπους ανθρώπους που, ενθουσιασμένοι, βρίσκονται στην παράνομη διαδήλωση.
Συμβουλεύει τις μητέρες να μη φοβούνται για τα παιδιά τους.
Ακούει τα συγκινητικά λόγια του Πάβελ.

Είναι εκεί, μπροστά, όταν τον συλλαμβάνουν.

Μαζεύει την πεσμένη κόκκινη σημαία, μιλάει στο αναστατωμένο πλήθος.
«Ακούστε, για το θεό!
Όλοι εσείς είστε δικοί μας… όλοι εσείς, κόσμος με καρδιά… κοιτάξτε χωρίς φόβο, τί ήταν αυτό που έγινε;

Περπατούν φρόνιμα τα παιδιά, το δικό μας αίμα, πάνε για το δίκιο… για όλους!
Για όλους εσάς, για τα δικά σας τα παιδάκια, έταξαν τον εαυτό τους στο δρόμο του γολγοθά… Ζητούν μέρες καλύτερες.
Θέλουν μια άλλη ζωή, με την αλήθεια, με το δίκιο…
Θέλουν το καλό για όλο τον κόσμο!

Μέσα της ένοιωθε την καρδιά να σπαράζει, ένοιωθε στο στήθος σφίξιμο, ο λαιμός στέγνωσε πυρωμένος.
Βαθιά μέσα της ξεφύτρωναν λόγια μεγάλης αγάπης που αγκάλιαζαν όλα και όλους
και της έκαιγαν τη γλώσσα, κουνώντας την όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο ελεύθερα…».

Και το συγκεντρωμένο πλήθος μαγεύεται, την ακούει μ’ ενδιαφέρον και συμπάθεια.

«-Χρυσοί μου! είπε η μάνα, αγκαλιάζοντάς τους όλους με τα κλαμμένα της μάτια.
Για τα παιδιά είν’ η ζωή, η γης δική τους είναι!».

Απ’ αυτή τη στιγμή κι έπειτα, η ανάγκη της να προσφέρει και η ίδια στον αγώνα, να μιλήσει στον κόσμο με λόγια απλά για το δίκαιο και την αναγκαιότητα της αφύπνισης, μεγαλώνει. Μετακομίζει στην πόλη κι από ‘κει προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες της όπου χρειαστεί.

Έτσι προχωράει η ζωή της, άλλοτε με μικρότερες κι άλλοτε με μεγαλύτερες αποστολές και σε αναμονή για τη δίκη του γιού της..

Αυτή η γυναίκα, αυτή η «Μάνα», ξεπέρασε  το φόβο κι από δυστυχισμένη κι απόλυτα υποταγμένη γυναίκα μετατράπηκε  σε ατρόμητη αγωνίστρια κι έζησε  μια ζωή που κατάλαβε  το νόημά της»..