Κοινοποιησεις

Ώρα επτά το απόγευμα και ο ήλιος ακόμα ψηλά λες και κάποιος ξέχασε να τον ξεκαρφώσει από το κάδρο του ουρανού και να τον κρύψει προσωρινά πίσω από το λόφο.

Του γύρισε την πλάτη και κάθισε στο ξύλινο παγκάκι.
Ένοιωσε αμέσως το ζεστό του χάδι, σα να της έριχνε στους ώμους τη ζακέτα που είχε ξεχάσει να πάρει μαζί της.
Απαλή ήταν, τη τύλιξε γύρω της κρατώντας τη σφιχτά με τα δύο της χέρια.

Η σκέψη της – και πάλι αυθαίρετα- έτρεξε σε κείνον.
Που να ήταν τώρα;
Γιατί δεν είχε βρει το θάρρος να του μιλήσει ακόμα;

Το βλέμμα της, που κοιτούσε ανέκφραστα το κενό χωρίς να βλέπει τίποτα, στάθηκε τυχαία στην ακίνητη σκιά της.

Τι παράξενο!!!

Ενώ η ίδια εξακολουθούσε να παραμένει μαρμαρωμένη, η σκιά της άρχισε να κινείται.

Νωχελικά τέντωσε τα χέρια της, ακόμα πιο αργά έγειρε το κεφάλι στο πλάι.
Φάνηκε ο λεπτός της λαιμός και στο περίγραμμα που σχηματίστηκε ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχε δει.
Η πιο όμορφη γυναίκα που δεν υπήρχε.

Η σκιά, σηκώθηκε και άρχισε να λικνίζεται κι εκείνη νόμισε πως στ’ αυτιά της έφτασε ο ήχος ενός νέγρικου μπλουζ κατευθείαν από τη Ν. Ορλεάνη που ξυπνούσε απαγορευμένες αισθήσεις.

Πεισματικά προσπάθησε να μη κινείται καθόλου, ελάττωσε ακόμη και τις αναπνοές για να δει πως θ’ αντιδρούσε η σκιά της.

Ανυπόταχτο πλάσμα!!!
Ακόμα λικνίζονταν αισθησιακά χωρίς να τη ντύνει κανένα ρούχο και μάλιστα ερχόταν προς το μέρος της.
Έβλεπε ξεκάθαρα τα χνάρια της στο έδαφος.
Άπλωσε και το χέρι αδιάντροπα.
Την άγγιξε.

Την ίδια στιγμή, ο ήλιος χάθηκε απότομα παγιδεύοντας την ατίθαση σκιά μέσα στη γυναίκα.
Δε γινόταν τίποτα πια.
Ήταν ένα.

Η ώρα πήγε οκτώ.

Αποφασιστικά σηκώθηκαν και οι δύο, αφήνοντας τη ζακέτα στο παγκάκι και πήγαν να τον βρουν.

Προηγούμενο άρθροΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: ΤΙΜΩΡΙΑ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ
Επόμενο άρθροOVERDOSE ΓΛΥΚΑΣ ΣΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ!!
ΜΑΡΙΑ ΚΑΝΔΥΛΗ
Ζω σε μια πόλη με θάλασσα, κατάγομαι από μια πόλη με λίμνη. Παντού νερό… Εγώ όμως δηλώνω της γης επειδή δεν μπορώ να δηλώσω αερικό. Γράφω συνέχεια ακόμα κι όταν δεν κρατώ στυλό, ακόμα κι όταν μου λείπει το χαρτί εγώ γράφω. Καταγράφω είναι μάλλον η σωστή λέξη. Επίμονα, επίπονα καταγράφω συναισθήματα: Δικά μου, δικά σου, ό,τι βρώ. Έκρυψα σε ένα βιβλίο τις πρώτες καταγραφές, για να μην τις χάσω. Πλυμένα Λάβαρα και γω υπογράφοντας συγγραφέας του, ταυτόχρονα υποσχέθηκα να συνεχίσω -χωρίς στυλό χωρίς χαρτί- να ψάχνω συναισθήματα : Δικά μου, δικά σου, ό,τι βρω. Πιστεύω στον καλύτερο μας εαυτό όμως δε με ξαφνιάζει και ο χειρότερος. Ονειροβατώ με ρεαλιστικό τρόπο κι έτσι στριμώχνω μια δική μου ανεπίσημη πραγματικότητα μέσα στην άλλη. Την επίσημη. Αγαπώ τις αυθόρμητες πράξεις, απεχθάνομαι τις σκόπιμες απραξίες. Θυμάμαι το χθες, περιμένω το αύριο, ζω το τώρα.