Κοινοποιησεις

Κάθομαι μόνος και σε περιμένω.
Είμαι τόσο σίγουρος πως θα ’ρθεις,
που σου γράφω τώρα το γράμμα,
ώστε να το βρεις έτοιμο να το διαβάσεις.
Και ξέρω πως δε θα πεις ότι είναι ένα γράμμα
που θα ήθελε να διαβάσει κάθε γυναίκα,
γιατί αμέσως θα νιώσεις ότι είναι προσωπικό,
ότι είναι μόνο για σένα.

Πώς συναντιούνται δυο άνθρωποι;
Πώς καταλαβαίνουν ότι είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον;
Μόνο εσύ θα ρίξεις ένα βλέμμα και θα ξέρεις ότι είμαι δικός σου.
Δε θα ξέρεις ούτε το όνομά μου,
αλλά θα γνωρίζεις ότι η καρδιά μου χτυπάει ακόμα
γιατί περιμένει εσένα.
Δε θα πεις τίποτε.
Μόνο θα χαμογελάσεις και θα καθίσεις δίπλα μου.
Κι εγώ δε θα σηκωθώ. Θα πιάσω το χέρι σου και θα πω:
«Ήρθες. Να παραγγείλω τον φρέντο καπουτσίνο σου;»
Η σερβιτόρα είναι γνωστή και θα σου χαμογελάσει εγκάρδια.
Εσύ θ’ανταποδώσεις χωρίς κανένα ίχνος ζήλειας.
Με κοιτάζεις και βεβαιώνεσαι ότι μόνο εσένα περίμενα.
Τώρα μου χαϊδεύεις εσύ το χέρι και λες τη λέξη που προσμένω.
Η λέξη είναι το όνομα και μόλις το πεις,
γίνεται αμέσως ο ήχος ο αγαπημένος μου.
Μπορεί να σε λένε Ευτέρπη ή Λαμπρινή, Δήμητρα ή Πανωραία.
Όποιο κι αν είναι,
θα είναι ο ήλιος που θα φωτίζει τη ζωή μου.

Κι εγώ, για να γελάσεις, θα δείξω την ταυτότητά μου.
Και θα γελάσεις, γιατί εκεί η φωτογραφία δείχνει κάποιον φοβισμένο
και κουρασμένο πρόωρα από τα έργα της εξουσίας.
Αλλά εσύ θα βλέπεις άλλον.
Όλες οι ρυτίδες έχουν χαθεί στο πρόσωπό μου,
που τώρα λάμπει και χαμογελάει.
Τα μάτια φλογίζουν αστραπές χαράς
και όλο μου το σώμα ακολουθεί σε νιότη και ζωντάνια.
Γιατί ήρθες εσύ, ήρθε ο έρωτας και η ζωή μαζί σου.
Ούτε εσύ, μήτε κι εγώ, πιστεύουμε στον κεραυνοβόλο έρωτα.
Εμείς ακολουθούμε τη μυστική φωνή που μας προστάζει
να βρούμε το όνειρο.
Ό,τι κι αν έγινε ως τώρα,
έγινε γιατί δεν αφουγκραστήκαμε καθαρά την εντολή
‘‘Βρες το όνειρο’’.
Πότε η ανάγκη, πότε η βιασύνη, πότε το ποτό, μας μπέρδεψαν,
μας καθυστέρησαν, μας έδειξαν τις τραγωδίες που γέννησαν τα λάθη.
Ύστερα, μάθαμε και περπατούσαμε σαν τις γάτες στο σκοτάδι.
Εκεί που οι άλλοι δεν έβλεπαν τίποτα,
που σκοτείνιαζε ο κόσμος τους, εμείς προχωρούσαμε στο σκοπό μας.
Δεν υπάρχει τρόλεϊ ή λεωφορείο που να μη ταξίδεψα
ως το τέλος τής διαδρομής τους.
Κάθε σταθμός του Μετρό και μία ευκαιρία να φανερωθώ.
Άλλαζα κάθε μέρα καφετέρια και ξεκουραζόμουν σ’ αυτές
που βρίσκονται στους πολυσύχναστους δρόμους.
Πόσες όμορφες γυναίκες πέρασαν και δε με συγκίνησαν…
Κι ας νόμιζαν ότι τις κοίταζα κι έστρεφαν τα μάτια τους
στα κεραμίδια ή στον ουρανό.

Ένα ταξίδι έγινε η ζωή μου.
Ένας αγώνας να ζω για να σε συναντήσω.
Δεν έγραψα ποιήματα, γιατί κρατούσα κάθε ομορφιά για σένα.
Πίσω από κάθε γλυκιά ιστορία, ήμασταν εμείς οι πρωταγωνιστές.
Κάθε ζευγάρι αγκαλιασμένο ήταν η ζωγραφιά
που εμείς θα ολοκληρώναμε σε πίνακα.

Αλλά όλα αυτά τα ξέρεις,
γιατί αδημονούσες να με συναντήσεις.
Δεν έδωσα σχήμα στη μορφή σου,
για να μπορώ να σε αγαπήσω με όποιο πρόσωπο ερχόσουν.
Γυναίκα εσύ, αγαπημένο όνειρο,
τώρα είσαι εδώ και συντροφεύεις τον καφέ μου.
Και δε θα γελάσεις που θα διαβάζεις τέτοιους ύμνους.
Πρώτα ένα φιλί.
Ύστερα θα πάρεις το στυλό και δίπλα στο όνομά μου
θα γράψεις το δικό σου.
Σαν τα παιδιά που σκάλιζαν τα ονόματά τους στους κορμούς,
και δίπλα καρδιές που από τότε στάζουν αίμα.

Τώρα που σε συνάντησα, απέκτησε όνομα η ζωή μου.
Τώρα που σε φίλησα,
ξαναβρήκε τους χτύπους η καρδιά μου.
Τώρα που σου γράφω, γνωρίζω ότι αξίζει να ζεις
και να πιστεύεις στο όνειρο.

Τώρα που σου γράφω σε αγαπώ, αιώνια γυναίκα, αγαπημένη!

 

                                      Σε φιλώ, παντοτινά δικός σου,

                                                        Α.