Κοινοποιησεις

Από τη μια,
Θα’ θελα να αλλάξουν όλα αύριο.
Να έχω δυο γλάστρες στο μπαλκόνι.
Νόμιμα.
Να φτιάχνω το τσάι και το κέικ μου.
Να κατεβαίνει κι ο θεός…, να με ρωτά,
“ωραίο. Εσύ το έφτιαξες;”
Και να του απαντώ…,
“Όχι δικέ μου. Εσύ το έφτιαξες”.
Να βλέπω τους δικούς μου,
να γιατρεύονται με αυτό.
Τα παιδιά μας ,
να μεγαλώνουν με αυτό.
Κι από την άλλη,
δε θα’ θελα να γεράσω μέχρι να
αλλάξουν.
Καταλαβαίνεις.
Οι γλάστρες να’ ναι πιο γέρικες κι από
μένα.
Νόμιμα.
Να μου φτιάχνουν άλλοι,
το τσάι,
το κέικ
το τσιγάρο.
Και να λέω στα εγγόνια μου,
πως,
“Στην εποχή μου, ούτε στο τηλέφωνο δεν
μιλούσαμε γι’ αυτό.
Οι μπάτσοι το ζύγιζαν με την τζιβάνα.
Κρυβόμασταν σε καμιά γωνιά.
Το πληρώναμε ακριβά”.
Και να μου λένε…,
“Ωραίο πράμα παππού. Σε κάνει να λες
τις ίδιες μαλακίες.
Ακούς εκεί…, λέει…, δε μπορούσαν να
καπνίσουν ελεύθερα.
Τι φοβόσασταν; Τους φόβους τους;

(Αφιερωμένο στον Χρήστο Διαμάντη – Από τη συλλογή: Γάμα το ιματζ)