“Γιουσουρούμ”, στην υπόγα του Νικόλα.. Χρήστος Ζυγομαλάς

Μια μέρα κάποια κοπέλα είχε φέρει μια κασέτα με το “Fur Elise”  του Μπετόβεν και την άκουγα να παίζεται πολύ συχνά σ’ ένα φτηνό κασετόφωνο που υπήρχε εκεί.

Ένα απόγευμα, που είμασταν πολύ λίγοι εκεί μέσα, κάθεται ο Νικόλας με την κιθάρα του και μας παίζει ένα καινούριο του τραγούδι.
Σουρεαλιστικό ακουγόταν αλλά αργότερα άρχισα ν’ αποκωδικοποιώ τους στίχους και το έβρισκα έναν πολύ εύστοχο σχολιασμό της πραγματικότητας.

Συνήθιζε βλέπεις, να σχολιάζει και να καυτηριάζει τα πάντα.
Αυτό το τραγούδι δεν ήταν άλλο από το θρυλικό “Γιουσουρούμ” και θα κάνω μια σύντομη ανάλυση για όποιον δε ξέρει τα στερεότυπα που χρησιμοποιεί ο Νικόλας.

Στους δυο πρώτους στίχους αναφέρεται στη γυναίκα του, την Λίλιαν, με την οποία είχει χωρίσει πρόσφατα και μας δηλώνει το βασικό πρόβλημα τους, που δεν ήταν άλλο από τα λεφτά και τη γκρίνια της γυναίκας του, γι’ αυτά.
Λογικό το βρίσκω αφού είχαν παιδί.

Μετά, κάνει αυτοκριτική μεταξύ άλλων για τους γονείς, που δεν ήτανε άλλοι από τον ίδιο και την πρώην γυναίκα του, ανακατεύοντας και κάποια άλλα αναρχικά στερεότυπα με γαντάρους και πατρίδες.


Είχε και μια τεράστια κόντρα με τον πατέρα του, έναν πατέρα κλασσικό πατριάρχη.
Το πάρκο της Ναυαρίνου, ήταν κάποτε πάρκινγκ. 

Σε κάποιο τοίχο, έγραφε “περιοδικό οι γονείς”.
Από κάτω κάποιος είχε συμπληρώσει “οι μαλάκες”. 

Το περίεργο είναι πως συμφωνούσα και τότε αλλά και τώρα από άλλη σκοπιά.

Είμαστε οι μαλάκες της υπόθεσης, όπως και να το κάνουμε.

Στον τέταρτο στίχο, μιλάει για το συνηθισμένο καθημερινό άνθρωπο, που έχει χάσει πια τη φαντασία και τη ζωντάνια του καθώς ξεπουλήθηκε στο Γιουσουρούμ.

Μετά κάνει κριτική στους οργανωμένους  νεολαίους, προσάπτοντας και σ’ αυτούς την κατηγορία του ξεπουλήματος “μια διαδήλωση, δέκα μικρόφωνα και τα μεγάφωνα στη διαπασών”..

Στον πρότελευταίο στίχο, αφού κάνει μια προφητική ρήση με τον Καίσαρα και τους μελλοθάνατους, που σήμερα ίσως να γίνεται περισσότερο κατανοητή, στέκεται στο συμβάν του άγριου ξύλου που έφαγε από τους κνίτες μπροστά από το Πολυτεχνείο.
Οι μπουνιές που τρως στο κεφάλι, ηχούνε σαν καμπάνες ή γκόνγκ, θα ξέρει όποιος τις έχει φάει . “Μες το μυαλό μου βαράνε τα γκόνγκ”.
Διακωμωδεί την καταστασή του, εκείνη την ημέρα που τον είχανε σαπίσει στο ξύλο οι κνίτες μπροστά στο Πολυτεχνείο.

Ήτανε τότε που τον πέταγαν ο ένας πάσα στον άλλον  και παρομοιάζει τον εαυτό του με μπάλλα του πινγκ πόνγκ. 

Με τόσο “άθεο” ξύλο που έφαγε, ανέβηκε μπουσουλώντας στα Εξάρχεια υποβασταζόμενος, ενώ τον προσπερνούσαν τα τροχοφόρα 

που κατέβαιναν τη Στουρνάρη, “όσο γερνώ μπουσουλώ με τα τέσσερα, τα τροχοφόρα με προσπερνούν”.

Δεν είναι παράξενο λοιπόν, που σ΄ εκείνο το “..είμαστε τρομοκράτες” τους κότσαρε εκείνο το αμίμητο “κου-κου, κου-κου-ε, το πτώμα σου λαέ” ..

Καταλήγοντας το τραγούδι, ξεσκεπάζει την ωμή πραγματικότητα με τους αδίστακτους δολοφόνους των λαών, κατηγορώντας όλους μας και τον εαυτό του προφανώς, που δεν κάνουμε όσα πρέπει γι’ αυτό, παρά ξεπουλιόμαστε στο γιουσουρούμ “για ένα κουστούμ”, προφανώς του ρόλου που παίζουμε.

Το τραγούδι λοιπόν, δε λέει καθόλου ασυναρτησίες όπως ίσως θα συμπέρανε κάποιος σε πρώτη ανάγνωση..

Χ.Ζ

(Κυκλοφορεί – Η μπαλάντα της πλατείας – του Χρήστου Ζυγομαλά – Εκδόσεις  Ρενιέρη, Σόλωνος 128, Αθήνα))