Γιώργος Νικολαΐδης “Είμαστε τρελοί και ευτυχισμένοι”

Λίγο πριν σκεφτώ την κοινοτοπία ενός φορεμένου προοιμίου, που θα συστήνει τον καλεσμένο τον οποίο μέχρι σήμερα δεν γνώριζα, αλλά βρήκα αφορμή να καταπιάσω την περσόνα του για την περίσταση της συνέντευξής μας, θα παραδεχθώ ακριβώς αυτήν την αφορμή.
Τον Γιώργο Νικολαϊδη, τον συνάντησα, στημένα, στο Αθήναιον.
Στην άναρχη καρδιά των Εξαρχείων.
Καβαλιώτης στην καταγωγή αλλά ο δυναμισμός της Αθήνας ως πόλος έλξης, έχει μεγαλύτερη αξία όταν ανταγωνίζεται με άλλες όμορφες πόλεις.
Μού το επιβεβαίωσε ρητά κι ο ίδιος κι ας επισκέπτεται, πια, τακτικά την Καβάλα.
Αιτία για τη συνεύρεσή μας αυτή, στάθηκε το βιβλίο που ίδρωσε τα χέρια μου απ’ τη στιγμή που έμαθα την ύπαρξη του.


Αφορμή, η παραπάνω αιτία.
Με τόσο καυσαέριο κι αναπνέουμε ελεύθερα σε ετούτη την οξύμωρη πόλη – αφήνω λάγνα, να μου ξεφύγει-.
Εκείνος ψάχνει τον καπνό του για να στρίψει ένα επιπλέον τσιγάρο, επιβαρύνοντας την ατμόσφαιρα ακόμη λίγο κι η κουβέντα ανάβει.
Είχα προλάβει να «κουτουκέψω» στα όρθια το βιβλίο του μες το μετρό.
Σήμερα δε θα βυθιζόμουν σ’ άγνωστες ματιές.
Σήμερα, θα ήμουν από εκείνους του βλοσυρούς τύπους που προσπερνάνε τη στάση, απορροφημένοι στο βιβλίο τους.
Θα χάριζα με προσοχή την προσοχή μου στο βιβλίο του Γιώργου.
Επόμενη στάση ‘’Άγιος Ιωάννης’’. ‘’ Next station ‘’Agios Ioannis’’.
Όχι! Επόμενη στάση, δεκαετία ΄80!!
Κι έτσι, ξεκίνησα να ανταλλάζω ματιές μέσα από τα μάτια κάποιου που απαθανάτισε για να αποθανατίζει.
Την δεκαετία του..
Από τα συνηθέστερα λάθη η διάκριση των ρημάτων αυτών, αλλά οι περιπτώσεις σαν κι αυτές του Γιώργου Νικολαϊδη, θα εξακολουθούν να σε μπερδεύουν.
Λόγω τού ότι συρράπτει αριστοτεχνικά, σε μία, τις δύο διαφορετικές ενέργειες κι ερμηνείες πού δηλώνουν:
Καλός φωτογράφος και γνώστης της γραμματικής είναι αυτός που έχει προλάβει να αιχμαλωτίσει τη στιγμή, στον ολοσκότεινο κι φρουρούμενο από τα θετικά- αρνητικά, θάλαμό του.

Σπουδαίος φωτογράφος, όμως, αυτός που έχει καταφέρει να κάνει αθάνατη τη στιγμή στο πέρασμα πολλών στιγμών, ενός αιώνα, πολλών αιώνων, μετρώντας μόνο τα θετικά του.
Φωτογραφίες μιάς άλλης εποχής, τότε που ήταν όλα άσπρα ή μαύρα, το γκρι είχε μηδαμινή πρωτοκαθεδρία, τα χρώματα της πόλης πάλλονταν στους βολβούς των ματιών, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία και κάπου τότε ο Γιώργος, κεφαλοκλείδωνε με τακτ τις στιγμές στον φωτογραφικό του φακό.
Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι τρυφεροί νεότεροι.
Στην προσπάθειά μου να ιχνηλατήσω τον πρότερό του βίο (οι φωτογραφίες του είχαν κάνει τη δουλειά, ποιός άλλωστε ενδιαφέρεται για το παρελθόν του άλλου αν προηγουμένως δεν έχει εντυπωσιαστεί) συζητήσαμε εγκάρδια, σαν δύο άνθρωποι με αγάπη και γνώση για όσα άπτονται των θεωρητικών σπουδών.
Εκείνος, νομικάριος κι ύστερα σπουδαστής στη θεάρεστη σχολή Σταυράκου (*τμήμα κινηματογραφιστών (εμένα αφήστε με) για το αν η εικόνα συνοδεύεται τελικά με χίλιες λέξεις ή απλά αποτιμάται σε ισάριθμο αριθμό αφήνοντας ρακένδυτη την όποια συνοδεία.
Αμέσως μόλις ικανοποίησα την κουτσομπολίστική μου ροπή, πώς ήταν να ΄χεις δάσκαλο τον Ραφαηλίδη, μπήκα στο ψητό.
Φτιάχνουν οι λέξεις εικόνες ή κάμπτονται «κιοτεμένες» πίσω από την παντοδυναμία μιας στιγμής, με pause και κλικ στον χωροχρόνο;
‘’Δεν αισθάνθηκα την ανάγκη να εκφραστώ με λόγια, δεν τα πάω εγώ καλά μ’ αυτά’’.
‘’Μα, άνθρωπε, είσαι της νομικής, με αγάπη στον λόγο και τα αρχαία, τί διάολο;’’
Κι έτσι, μου ανέλυσε την χρονοβόρα χειροκίνητη διαδικασία που απαιτούσε το πασάλειμμα της στιγμής στον καμβά, όταν όμορφα ξετύλιγε το αποτέλεσμα του φωτογραφικού φακού στο χαρτί.
Εμείς δεν είχαμε τα μέσα, μου εξηγεί. Τα πάντα περνούσαν απ’ τα χέρια μας.
Το διάφραγμα, η ευαισθητοποίηση του φιλμ (iso για τις σκληρές ξένες γλώσσες), η βάσανος της υψηλής ευκρίνειας που σήμερα ετοιμοπαραδίδεται , το άγχος μή θορυβήσουν τη λήψη (*θόρυβος, στη γλώσσα των φωτογράφων εννοείται όταν χαλάει η ποιότητα της εικόνας/φωτογραφίας) τη στιγμή, μαθαίνω.
‘’Μόνο ένστικτο, αδρεναλίνη, και καύλα είχαμε.’’
Και μού απάντησε «στο γιατί δεν συνέχιζε να κουράζει τα χέρια του με γραφές».
Nομίζω ότι μόνη έθετα τα ερωτήματα στον εαυτό μου και με εξέθετα.
Κι ας ήμουν εκεί για να «σουρτουκέψω» υπό την ευγενή άμιλλα του διαλόγου (σ)τα εσώψυχα του.

Ξεφύλλιζα. Ξεφύλλιζα και χανόμουν στις σελίδες του βιβλίου.
Η Αθήνα με την ιστορία της ,που δεν είδα και δεν έζησα, ΠΡΟΣΟΧΗ!
Θ’ ακολουθήσει εκκωφαντικό παράδοξο, ιδίοις όμμασι..
Με τα δικά του μάτια, στα μάτια μου.
Και κάπου εκεί, θα ανατρέψω τη συνηθισμένη έκφραση που κανακεύει τον φωτογραφηθέντα και λησμονεί τον φωτογράφο. Ο δείνα, ή η τάδε, ‘’γράφει στον φακό’’.
Όχι. Είναι καιρός ν’ αρχίζουμε να μιλάμε και για εκείνον που στεκόταν πίσω από τον φακό, μύριζε τη στιγμή, γούρλωνε τα μάτια, στήλωνε τα δάχτυλά του κι ανάστατος πίεζε το κουμπί.
Ναι, για πρώτη φορά, ας αποδώσουμε τη φράση αυτή σε κάποιον που με τις λήψεις του κατέγραψε, όσο μπορούσε, κάτι από την ιστορία Λίγο πιο πριν, το μάτι μου έπεσε κι έπαιξε με τους ‘’Απόντες’’ της Κ.Γώγου.
Δεν ήθελε, από σεβασμό αλλά και δέος προς την προσωπικότητά της, να μιλήσει γι’ αυτό.
Οι φωτογραφίες του, είχαν πραγματώσει πάλι τον ήσυχο σκοπό τους.
Με το ένστικτο του οσφρητή στιγμών και τον ασίγαστό του δείκτη.
Έτσι θα την κέρδισε την Κατερίνα, κι ας μη ξέρω.
Εκείνη που σημάδευε τις λέξεις τόσο εκκωφαντικά, μ’ εκείνον που πυροβολούσε τη λήθη με το φακό του.
Τα ανακάτεψαν κι έγινε η εικόνα που γεννοβολάει τις χίλιες λέξεις.
Ή οι χίλιες λέξεις που φτιάχνουν την εικόνα.

Καταργείται η μαρκίζα στην περίπτωσή τους.
Μιλήσαμε για πολλά.
Το Πανκ, τον μέντορά του, τον Σωτήρη, τον Βαρδή Τσούρη, τις πολλές ταινίες του Ταρκόφσκι που κατάπινε σαν καραμέλες ‘’Φωφίκο’’, το πέρασμά του από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της εποχής, τις καταλήψεις του Χημείου, τον Νικόλα τον Κέϊβ, τα ερεθίσματα της πλατείας, την κρίση που μάς έχει κατσικωθεί, την κοινή μας αγάπη για τα γκράφιτι, το Instagram.
Ύστερα, πήγαμε βόλτα στο Rock in Αthens, Ιούλιος του 1985, 26-27 Ιουλίου, η Αθήνα σε έκσταση.
Άφραγκος, μού εξιστορεί τον άγριο ήχο που έφτανε στα σκαλάκια έξω από το Σπόρτινγκ.
Πόσο άγαρμπα εκδικητικό να είσαι εξαρτημένος από τ’ αυτιά, ενώ έχεις μάθει μια ζωή να υπολογίζεις διπλά τα επτά σου μάτια.
Βέβαια, αν είσαι ο Γιώργος Νικολαϊδης, τώρα που το σκέφτομαι, το άχτι αυτό, το αναπληρώνεις με ορμή στην επόμενή σου λήψη..
Όταν η κουβέντα είχε θεριέψει για τα καλά, συγκρίναμε δολοφονίες τρυφερών από τις κατασταλτικές κρατικές μηχανές με εκείνες που απαθανατίζουν.
Οι τελευταίες, να βαλσαμώνουν στο πέρασμα των αιώνων τη ζωή, κι οι πρώτες αυθαίρετα, πολύ αυθαίρετα, να τις καταργούν.
Σελίδα 69, την επομένη της σιγής του Καλτεζά, ένας λυπημένος αξύριστος μαλλιάς, υπογράφει ‘’ΕΚΔΙΚΗΣΗ’’ στο πίσω μέρος ενός λεωφορείου.
Δύο ξυρισμένοι επιβαίνοντες της γαλαρίας, έχουν πισωγυρίσει και κοιτούν.
Νοιώθω τη μηχανή του να αγχώνεται, να ιδρώνει, να φωνάζει, να προειδοποιεί, αλλά ο δείκτης κι ο αντίχειρας ατάραχοι, συγκεντρωμένοι, συνεννοημένοι να μην ξεχάσουμε ποτέ τη στιγμή αυτή.
Φωτογραφία στην βία της κρατικής μηχανής.

Ή όπως ο Ταρκόφσκι μού εξηγεί, ότι είχε πει, ‘’φωτογραφία στην κοινωνία’’.
Δεν ξέρω γιατί τον ρώτησα αν θα έκανε κίνηση να βγάλει τον φακό, στη θέση εκείνου που απαθανάτισε το ψυχορράγημα του Παύλου Φύσσα.
Αφού ήμουν ήδη πεπεισμένη ότι μιλούσα με κάποιον ο οποίος ξεχώριζε από τους φωτογράφους καριέρας που θα εμπορεύονταν χωρίς φειδώ και αιδώ, ανάλογα περιστατικά, για να πουλήσουν μούρη και να αγοράσουν δόξα και χρήμα.
Ίσως, επηρεασμένη από το βραβείο Πούλιτζερ της φωτογραφίας με το αποστεωμένο κορίτσι και το όρνεο που καιροφυλαχτούσε, όταν τον Μάρτιο του 1993, ο Kevin Carter πέρασε στην ιστορία, θέλησα πριν ανατιναχθώ στο αγροτικό, ν’ αναμετρηθώ με την φοβία που σε θέλει ν’ αποδομείς από κοντά, ανθρώπους με το προσωνύμιο του ‘’μύθου’’.
Να κλείνει άραγε κάποτε τη μηχανή, αμήχανος και καταρρακωμένος, χιλιοτσακισμένος, μπροστά σε κάποια ευαίσθητη συγκυρία;
Ή ορμώμενος από τη μεθυστική επική διάδοση που θα αποδώσει το press του κουμπιού δε χαλαρώνει ποτέ τα γκέμια;
‘’Ξυπνούσα κάθε μέρα στις 5:30. Τα χρόνια που μάς καλωσόρισε η κρίση. Το 2010 και μετά, γύρισα όλη την Αθήνα και τα στενά της, φωτογραφίζοντας αστέγους από πολύ μακριά, κουκουλωμένους και φοβισμένους΄΄.
Σε μια εποχή που ανθεί το νταβαντζιλίκι και η εκπόρνευση της ιδιωτικότητας, για λίγα likes, δημοσιότητα, κουτσομπολιό, άλλοτε για λίγη εύκολη ΄΄τέχνη΄΄, αν και καμιά εκτίμηση δεν τρέφω στην ταμπέλα που φέρει η λέξη ‘’κύριος’’ κι ανέκαθεν είχα αφοδεύμενα τα ‘’ντζεντλεμανιλίκια’’ που επιτηδευμένα κάποιοι φορούν πλύνε-βάλε, η απάντησή του εδώ, με γέμισε με χαρά.
Όχι, δεν του απονέμω το εθνόσημο του ‘’κυρίου’’, αλλά όσο προχωρά η συζήτηση που καίει, διαπιστώνω ότι είναι ένας όμορφος άνθρωπος με σεβασμό, απαλλαγμένος από γαμψές διαθέσεις.
Για το τέλος, αφήσαμε τα Εξάρχεια.
Τον ρώτησα στα ίσια τί έλκει τις μονάκριβές του κόρες αυτήν την εποχή.
Τα γκράφιτι, μού απάντησε αφοπλιστικά.
‘’Δεν τραβάω πρόσωπα στα Εξάρχεια, μόνο χρώμα’’.
Προλαβαίνω να καταγράψω στο μυαλό μου ,ότι ίσως το φιλμ των ’80, (αφήνοντας μόνο ασπρόμαυρες επιλογές) είχε αποτέλεσμα να εκπυρσοκροτήσει αυτή η επιθυμία. |
Μπορεί κι όχι.
Κάπου εκεί, στη μία ώρα και κάτι που αρχίζεις κι αισθάνεσαι παράτολμα οικεία με τον άλλον, μετατρέποντας σε φιλικό ούζο τον επίσημο καφέ, σαν δυό παλιόφιλοι σε συνοικιακό μαγαζί, κουτσομπολέψαμε την πολυχρωμία των τοίχων και των στενών, τη σύναξη των street artist που εξαφανίζονται ανάμεσα στις καμηλοπαρδάλεις από μπετό πιό γρήγορα κι από τον ρυθμό του μοναχικού καουμπόι.
Μιλήσαμε και για εκείνον τον πόθο που τιθασεύει χωρίς όμως να καλμάρει κι όλο θα γυρνάς με λαχτάρα και δίχως αφορμή, στα λιμέρια τα γνωστά εδώ πέρα..
Κι άλλος θα καβαλά την μηχανή του και θα φωτογραφίζει, κι άλλος θα αλέθει αράδες από λέξεις στο χαρτί..

*Ο Γιώργος Νικολαϊδης, κυκλοφορεί ανήσυχος στους δρόμους, από τις εκδόσεις Περιθώριο. Instagram δεν έχει, γίνετε παλιομοδίτικοι κι αγοράστε το βιβλίο του.