Κοινοποιησεις
Νὰ σὲ ἀγγίζω καὶ νὰ πέφτει στὰ χέρια μου ἡ ἁγνότητα
Νὰ σὲ μυρίζω καὶ νὰ ἐλευθερώνεται θυμωμένος ὁ λίβας
Νὰ σὲ γεύομαι καὶ νὰ σουρουπώνουν τὰ χείλη μου.
Νὰ σὲ ἀκούω καὶ νὰ τρίζει τὸ στῆθος σὰν κατάρτι.
Νὰ σὲ βλέπω καὶ νὰ γεμίζουν οἱ δεξαμενὲς τῆς νοσταλγίας. “
“Νὰ κοιτάζω —ἐγωιστικά— τὶς σταγόνες τῆς βροχῆς
νὰ δημιουργοῦν μονοπάτια διάφανα
στὸ κατακόρυφο τζάμι μὲ τὸ προφίλ μου ἀτόφιο
νὰ φωτογραφίζεται ἀπὸ ἄγνωστους ἱερόσυλους.
Ἔτσι σὲ διαβαίνω, καιρέ. Μὲ λασπωμένα ἄρβυλα.
Ἔτσι σὲ διανύω, ἐαυτέ. Μὲ ὑπερθετικὴ μοναξιά.
Δοσμένος σ᾿ ἕνα ἔργο ποὺ δὲν τελειώνει ποτέ
.
(Από τη συλλογή: Αρλεκίνος | Γιώργος Λίλλης | Εκδόσεις: Περισπωμένη 2015)