Κοινοποιησεις

μπροστά στην είσοδο αγκυροβολημένα φύλλα
παιχνίδια του απηλιώτη ανέμου.
χορτάρια ξεπροβάλουν, περισκόπια από το τσιμέντο

της αυλής. αγέλες μυρμηγκιών και γλάστρες
άδειες μήτρες. κάποιος ζωγράφισε με σκουριά
τον φράχτη και το πόμολο. κάποιος που παινεύεται

ότι μπορεί με φθορά να αναπαριστά την πραγματικότητα.
κιννάβαρι, ως αντίδωρο σε όσους πέρασαν από εδώ
και δεν άφησαν πίσω τίποτα δικό τους να τους πρεσβεύει.

το κλειδί ως έμβολο θρυμματίζει τη σιωπή.
ανοίγεις την πόρτα. μια λωρίδα φως από πίσω
στριμώχνει τη σκιά σου στο σκονισμένο πάτωμα.

νεκρά έντομα, αναποδογυρισμένα, ελαφρά, σαν χνούδια.
μυρίζει μούχλα, ο ιδρώτας των τοίχων μες στον τρόμο
της εγκατάλειψης. απαλή μυρωδιά ναφθαλίνης

κι ας είναι οι ντουλάπες κλειστές με τα αφόρετα ρούχα
σε στάση προσοχής. ανοίγεις τα παντζούρια, ζαρώνεις τα μάτια
από το θάμπωμα. το σκοτάδι διπλώθηκε

στα δυο, γρονθοκοπημένο. δεν υπολόγιζες πόσο ισχυρές
μπορούν να γίνουν οι αχτίδες, θωρακισμένες διαφάνεια.
τα έπιπλα σκεπασμένα με σεντόνια, φαντάσματα που έχουν

βαρεθεί να παριστάνουν τα φαντάσματα. ρωγμές
στους τοίχους, εξανθήματα της γήρανσης. κι η σκόνη.
σαν μάννα που ταΐζει αγάλματα.