Κοινοποιησεις

Κάθε γουλιά από τον πρωινό καφέ, μια διαδρομή μας φέρνει στο νου, από εκείνες που κάναμε παλιά. Σπιθαμή προς σπιθαμή το τόπο ετούτο γυρίσαμε.
Σε κάθε εκδρομή, τοπία αντικρίζαμε που έκλεβαν τη λαλιά μας.
Ένα ταξίδι ήταν η ζωή μας, μόνιμο· όμορφο.

Θάλασσες μακρινές ανακαλύπταμε και την αλμύρα τους δρέπαμε ταΐζοντας τα κορμιά μας.
Δε σταματούσες θυμάμαι να ζητάς φιλιά από αλάτι γεμάτα.
Και σαν ο ήλιος έπεφτε στους γυάλινους κόκκους της άμμου που έμεναν στα μαλλιά μας, όψη αιώνια μας χάριζε, αγάλματα σμιλεμένα από αγάπη.

Και όταν οι ακτίνες του αντάμωναν ανέμους απαλούς, ζωγράφιζαν με ασημένια και γαλάζια χρώματα τους ατέλειωτους ελαιώνες που συναντούσαμε.
Τα φύλλα και οι καρποί, κύμα σχημάτιζαν στεριανό και με το δάχτυλο το πέραν, έψαχνες να δείξεις.

Ερχόταν και η σειρά μου να σου δείξω, κορυφές απάτητες, θυμάρι ποτισμένες.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, κόκκινο χώμα και πέτρες πίσω αφήναμε και πάντα σε ρωτούσα, «Τρελλέ ,που με πηγαίνεις; Ο κόσμος θα πει πως σάλεψες!»
Και όταν τον ουρανό σχεδόν αγγίζαμε, το χέρι μου κρατούσες.
Τη θέα πρόσταζες να δω και τότε αποκρινόσουν, «από εδώ επάνω, ο κόσμος όλος είναι δικός σου».

Σαν πύρωνε ο δρόμος της κατάβασης, πηγές που έβγαζαν βάλσαμο έβρισκες, το στόμα μου να βρέξω.
Μα δε σταμάταγες να με φροντίζεις, φραγκόσυκα και φρούτα αδέσποτα στην μπλούζα σου έβαζες και με τρατάριζες.
Πάντα με την ίδια λάμψη στα μάτια, πάντα με ένα γλυκό χαμόγελο.
Σαν παιδί έκανες σαν έτρεχες μέσα σ’ εκείνες τις μπανανιές κι ύστερα σε εκείνη τη φυτεία με τα καλαμπόκια, που σε κάστρο Ιπποτικό κατέληγε.
Χατίρια ποτέ δε μου χάλασες.
Αυτά όριζες ως τιμή που έπρεπε να υπερασπιστείς.

Και ήταν φορές πολλές που σου ζητούσα μια στάση μικρή να κάνουμε, να απλώσουμε τα χέρια μας σε πράσινα και κίτρινα λιβάδια, τα σωθικά μας να γεμίσουμε με αρώματα της φύσης.
Στο γύρισμα του κεφαλιού, χρόνο έβρισκες περίσσιο, λουλούδια κάθε λογής να μού προσφέρεις.

Σε ξωκλήσια λευκά, με γαλάζιους τρούλους, σε μακρινά νησιά, λουκούμια με γαρύφαλλο μας φίλεψαν.
Και σε μοναστήρια πέτρινα, με καμπαναριά επιβλητικά, σε άγρια βουνά, με γλυκό τριαντάφυλλο,
μας γλυκάνανε.

Σε ίσκιο από πλατάνια ξαποστάσαμε όταν ο δρόμος μας ήταν μακρής και σε εκείνον από φοινικιές, δροσίσαμε τον πόθο μας.
Τα όνειρά μας όμως, ποτέ δε τα σκεπάσαμε, τ’ αστέρια καρτερικά περιμέναμε κάθε βράδυ να τα φωτίσουν.

Τη χορτάσαμε τη ζωή μας, πότε με μέλι από έλατο και πότε από ανθούς.
Με μυρωδιές τη ντύσαμε, που άλλοτε έφερνε ο Ζέφυρος και άλλοτε ο Απηλιώτης.
Χορέψαμε στους χτύπους από τις στάλες της βροχής και στο τραγούδι των ηλιοκαμένων τζιτζικιών.
Τη χορτάσαμε τη ζωή μας.

Για πες μου όμως, τώρα που σώθηκε ο καφές..

Γιατί ξεχάσαμε να ζούμε;

Προηγούμενο άρθροΜπασταρδοκρατία | Deus ex machina
Επόμενο άρθροΈνα παιδί | Τόλης Νικηφόρου
ΘΑΝΑΣΗΣ ΞΕΝΟΣ
Γεννήθηκα και συνεχίζω να γεννιέμαι κάθε χρόνο στην πόλη της Αθήνας ανακαλύπτοντας στενάκια αχαρτογράφητα. Στα νέα Της στέκια ξαναβαφτίζομαι σε τζιν σκέτο και μεταλαμβάνω με χύμα ούζο και μεζέδες με μπούκοβο. Σπούδασα οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και ακόμα ασχολούμαι με αριθμούς αφού τα βράδια συνεχίζω να μετρώ τα αστέρια. Μεγαλώνοτας με τα παραμύθια του παππού μου και με καραμέλες μανταρίνι και βούτυρο που μου έδινε κρυφά δεν επέλεξα αλλά έγινα ονειροπόλος. Θεωρώ τελικά πως όλοι οι άνθρωποι έχουν μια καλή ιστορία να σου διηγηθούν αρκεί να είσαι πρόθυμος να ακούσεις.