Κοινοποιησεις

 

 

Αφιερωμένο στον Άρη που το γούσταρε
στην Μαρία που το έζησε
και στην Λαμπρινή που το δημιούργησε

 

Άσυλο… χα… πως τους ήρθε και με ‘βγάλαν Άσυλο;

Δεν ξέρω γιατί με είπαν Άσυλο.

Πάνε πολλά χρόνια τώρα, μπορεί να το έκανα κι εγώ ο ίδιος. Σε άσυλο πάντως δεν μπήκα ποτέ όσο κι αν αυτός ο κόσμος εκεί έξω με ενοχλούσε κάποτε. Γιατί κάποτε με ενοχλούσε, τώρα δεκάρα δεν δίνω, χεσμένους τους έχω όλους εκτός από εκείνους που αγαπάω πραγματικά. Οι υπόλοιποι, ένα γαμημένο βάρος μού είναι κι εγώ δεν αγαπάω ούτε καν τους γονείς μου πια. Αδιάφοροι κι αυτοί. Απλά σκοτούρες, με γεμίζουν με βάρη για μετά το θάνατό τους. Είμαι μισάνθρωπος, λέω ‘γω… ναι… μισάνθρωπος.

Άσυλο με είπα κάποτε και από τότε μου το κόλλησα.

Δεν αγάπησα ποτέ, δεν ερωτεύθηκα ποτέ, δεν θέλησα τίποτα εκτός από το να μην μου λείψει το πιοτό. Δεν είχα κανένα ενδιαφέρον για τον έρωτα και τις γυναίκες, μια γαμημένη αγγαρεία μού ήταν και τα δύο. Ούτε σκοτάδια είχα, χεσμένα τα είχα κι αυτά από τότε που δεν καθάρισα με την πάρτι μου και ήταν στην πιο καθοριστική ηλικία. Όταν αποφασίσεις πως πρέπει να τελειώνεις, πρέπει να τελειώνεις μια και καλή, η όλη υπόλοιπη διαδικασία είναι μια σακούλα γεμάτη κενοτάφια που πρέπει να την σέρνεις μια ζωή. Και είναι δύσκολο αδερφέ μου να σέρνεις μια σακούλα κενοτάφια μέχρι να τα κακαρώσεις.

Με λένε Άσυλο, στο πα; Κανένας δεν με είπε Άσυλο, εγώ με λέω από μέσα μου χρόνια τώρα. Ίσως επειδή είμαι υπερβολικός… πάντοτε μου έλεγαν ότι είμαι υπερβολικός. Όπως και να ‘χει, καλύτερα έτσι παρά ένα τίποτα εκεί πέρα.

Όλη μου η ζωή είναι ένα ψέμα… τα πάντα… οι έρωτές μου, οι φιλίες μου, οι σχέσεις μου, τα αγγίγματά μου, οι λέξεις μου… τα πάντα. Πες ότι θες, ονομάτισέ το και θα σου πω πως είναι ψέμα. Ποτέ δεν είχα ενδιαφέρον για τίποτε και για κανέναν. Έκλεψα αυτά που διάβασα στα βιβλία, αυτά που άκουσα στις μουσικές, εκείνα που είδα σε κάμποσες μορφές τέχνης που μου έδειχναν κάτι. Αλλά στην ουσία, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια δεν θέλησα τίποτα παρά μονάχα την επιθυμία του να θέλω. Τραγικότης τραγικοτήτων τα πάντα τραγικότης, που συνηθίζω να λέω. Κοιτάζω πίσω όλα αυτά που έχουνε γίνει και θυμάμαι άχρηστα πράγματα. Όπως το να ξεκλειδώνω τη πόρτα και να αισθάνομαι κρύο. Να βάζω φαγητά στα ντουλάπια και να κατουράω σε κάτι κουβάδες πλαστικούς. Θυμάμαι ένα μήλο καταχείμωνο και μια σήτα στραπατσαρισμένη να προστατεύει ένα χωράφι με καπνά. Άχρηστα πράγματα σου λέω, πράγματα που δεν έχουν καμία σημασία κι όσοι ψυχολόγοι μου πουν το αντίθετο, τους γράφω στα αρχίδια μου. Επιστήμη και παπαριές, αν θες να βρεθείς αντιμέτωπος με τα σκατά σου, εξαρτήσου. Χώσου χοντρά σε αυτό που σε κάνει να αισθάνεσαι κάτι. Και οι εξαρτήσεις σε κάνουν να αισθάνεσαι κάτι όταν όλα εκεί έξω έχουν χαθεί προ πολλού. Όταν όλα εκεί έξω τα τραβάς απ’ το μανίκι μπας και τα πας κάπου. Ξέρω όλους του ψυχολόγους αυτής της ζωής που θα μπορούσαν να αντιπαραθέσουν χιλιάδες δυο αρλούμπες στις δικές μου αρλούμπες αλλά το νόημα δεν είναι αυτό. Έτσι κι αλλιώς η ψυχολογία και η ψυχανάλυση είναι για την ανθρωπότητα, εγώ δεν είμαι η ανθρωπότητα, είμαι το Άσυλο.

Τα δάχτυλά μου παίζουν ακόμα, το σώμα μου το σακατεύω για να το βλέπω ζωντανό, το μυαλό μου είναι στη θέση του καλύτερα από ποτέ, η διάθεσή μου είναι μαύρη και ξέρω πως σε οκτώ χρόνια θα τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα. Αυτά τα ξέρω σίγουρα, για τα άλλα δεν δίνω δεκάρα. Δεν με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι που πεθαίνουν κάθε μέρα, οι μετανάστες, τα παιδάκια, οι γέροι, οι φυλακισμένοι, η οικονομία αυτής της γαμωχώρας, η πανδημία που ξαφρίζει, όλα αυτά τα σκατά που θέλουνε να λέγονται άνθρωποι… δεν με ενδιαφέρουν. Έβλεπα τις προάλλες μια είδηση πως κάτι κωλόπαιδα σκότωσαν τα κουτάβια μιας σκυλίτσας μπροστά στα μάτια της. Ε, ξέρεις λοιπόν τι θα έκανα σε αυτά τα κωλόπαιδα; Πράγματα που δεν έχεις φανταστεί θα έκανα και θα τα έκανα μπροστά στις γαμημένες μανάδες τους, στα γαμημένα σόγια τους, θα γλένταγα αδερφέ μου. Το έχω χεσμένο το ανθρώπινο είδος.

Αλλά γιατί σε λέω αδερφό, δεν έχω καταλάβει ακόμα. Εμένα πάντως με λένε Άσυλο. Κανείς δεν με λέει έτσι βασικά εκτός από εμένα. Εδώ και κάμποσο καιρό συμβαίνει αυτό, παλιότερα άκουγα στα πάντα. Δεν με ενδιαφέρουν όμως οι άνθρωποι, στο είπα και νωρίτερα αυτό. Βρίσκομαι μαζί τους και κάνω ότι θέλουν. Είμαι σαν την τίγρη στο τσίρκο, ότι γουστάρετε θα το παίξω, αλλά μην με ενοχλήσετε. Θα διασκεδάσουν οι πάντες αλλά μην με εκνευρίσετε, εκεί θα φύγουνε τα πάντα αδερφέ – ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί συνεχίζω να σε λέω αδερφό – εκεί λοιπόν θα φύγουνε τα πάντα, όλα θα τρέχουν αίμα, όπως πρέπει να συμβαίνει κανονικά, αλλά τι να κάνεις όταν έχεις να παλέψεις με κάμποσες γαμημένες ηπείρους; Δεν έχεις ελπίδα. Η ελπίδα είναι η μεγαλύτερη κωμωδία που κάνει πιάτσα εδώ γύρω.

Χα, χα, ωραία δεν τα λέω;

Το βλέπεις το νύχι μου; Σε κοιτάω που το βλέπεις τόση ώρα. Από εκεί έρχομαι, από το νύχι, απ’ την Αλίκη, από κάτι πανιά που τρελαίνονται. Τί εννοείς, δεν τρελαίνονται τα πανιά. Πας καλά αδερφέ; Τα πάντα τρελαίνονται. Τα πανιά, οι άνθρωποι, τα παπούτσια, τα μαξιλάρια, οι κατσαρόλες, μισό κομμάτι ψωμί, μια σαγιονάρα… όλα τρελαίνονται, Για την Αλίκη όμως δεν με αφήνεις να σου πω, ούτε για την γαμημένη ανθρωπότητα. Το βλέπεις αυτό το νύχι; Θα σου ΄δειχνα και το φρύδι αλλά δεν μου απαντάς σε τίποτα αδερφέ, κι εμένα μου αρέσει ο διάλογος. Βασικά μου αρέσει περισσότερο να ακούω τους άλλους… δεν μου λες όμως τίποτα.

Πάω στο περίπτερο να πάρω μια μπύρα, θες; Θα σου πω για την Αλίκη μετά, για τα πάντα θα σου πω, Δεν φοβόμαστε εμείς, την έχουμε διώξει την πανανθρώπινη πανδημία από πάνω μας. Πάω να φέρω μπύρα… κι εσύ κάτι πρέπει να πιεις, ένα νερό τουλάχιστον, κάτι.

Σου είπα ότι με φωνάζουν Άσυλο, έτσι;

Πάντα να με φωνάζεις Άσυλο ακόμα κι αν δεν σε θυμάμαι.

Φεύγω.
.
(Άσυλο του Γιάννη Ζελιαναίου | Πρώτη δημοσίευση Cignialo – Ακόμα γνέφουμε απ’ τη γαλαρία)