Κοινοποιησεις
Τη λαδομπογιά
την πρωτομύρισα
σε μια θεία μου, αδερφή της
μητέρας μου, που ζωγράφιζε.
Τότε πρωτάρχισα να σχεδιάζω.
 
Πήγαινα στο Γυμνάσιο,
έπαιρνα κιμωλίες, τις βουτούσα
σε μπλε και σε κόκκινο μελάνι
και σχεδίαζα στον πίνακα
με τρία χρώματα.
Μπλε, κόκκινο, άσπρο.
 
Η ζωγραφική είναι
άχραντο μυστήριο
όπως ο έρωτας.
 
Ποτέ δεν ξέρεις
τι σε έκανε να παραδοθείς
σε έναν άνθρωπο,
 
όπως ποτέ δεν ξέρεις
τι καθοδηγεί το χέρι σου
την ώρα που ζωγραφίζεις.
 
Ποια μυστική δύναμη.
 
Ένα έργο μου πρέπει
πρώτα να ικανοποιεί
τα δικά μου μάτια.
 
Πολλές φορές
βασανίζομαι με έναν πίνακα.
Ψάχνω αυτό που μου λείπει
και δεν το βρίσκω.
 
Και ξαφνικά, ακόμη
και ύστερα από καιρό,
συνειδητοποιώ ότι έλειπε
μία και μόνη γραμμή.
 
Τη βάζω και
τότε ησυχάζω.
 
Όταν μπορούσα να τα
βγάλω πέρα οικονομικά,
 
δεν τα πουλούσα τα έργα μου.
Δεν ήθελα να τα αποχωρίζομαι.
 
Είχα όμως οικονομική στενότητα
και δε γινόταν να μην πουλάω.
 
Είναι σαν να τα έχω προδώσει.
Έχω προδώσει το βλέμμα τους.
 
Αν ξέρω τον κάτοχο
ενός πίνακά μου, ρωτάω
καμιά φορά αν θέλει βερνίκωμα.
Θέλω να μάθω πως είναι η υγεία του.
 
Ο έρωτας και ο θάνατος πάνε μαζί.
Και τα δύο έπαιξαν σημαντικό
ρόλο στη ζωή μου. Τον θάνατο
τον αισθάνομαι έκτοτε πολύ κοντά.
 
Ίσως γι’ αυτό
αγαπώ τον έρωτα.
Τη ζωή.