Κοινοποιησεις

Φωτογραφία εξωφύλλου: Αλεξάνδρα Μασμανίδη

τον λειψό αναγραμματισμό του ρήματος που υποθάλπει το αίμα

την τέως παθώδη και νυν σιγή

ερώτων στο κρεμασμένο τσιγκέλι

την ευτυχία που κρατά όσο ηρεμούν τα αυτοκίνητα στη Βουλιαγμένης

την καρδιά μου που τρεμοπαίζει αναλογικά σε κατακόκκινο ακροαστικό ρυθμό

του studio της Βουλιαγμένης

τη σημασία που δίνω στα μικρά πράγματα

πόσο ‘’μικροί’’ γίνονται οι άνθρωποι όταν μεγαλώνουν

τα τσιγάρα μετά το κρεβάτι

τα περίπτερα που υπόσχονται φυγές το βράδυ

εσένα που δε σταματάς το κάπνισμα

εμένα που δεν έχω τι να κάνω την αμηχανία μου στα μπαρ

γι’ αυτό καπνίζω

τη ζάλη που σου προσφέρει το αλκοόλ

τα συνεσταλμένα α’ πληθυντικά όλου κόσμου

απ’ όταν ειπωθούν εκκινούν διαδικασία τμήσης

την γαμημένη τύπισσα του Ρίτσου που ‘χει στο φλυντζάνι δει

στα δεκαεφτά μου

πριν καλά καλά μάθω να πίνω καφέ

διαβάζαμε τότε να γίνουμε γιατροί, δάσκαλοι, δικηγόροι

τον έρωτα βρε ελιτιστές καριόλιδες

τον βρίσκουμε μονάχα στα μπετά

η γαμημένη τύπισσα του Ρίτσου είχε πει

πως καθένας μονάχος πορεύεται

στον έρωτα, στη δόξα και τον θάνατο

(φοβάμαι)

τις ανησυχίες τ’ Αναγνωστάκη με τα κατασταλάγματα του Ρίτσου

την Τσάτσου που ομνύει καυλωτικά τον φόβο

τις ημερομηνίες λήξης στην πίσω καταπακτή

αλλά γουστάρω αυτούς που τρώνε τα ληγμένα κι επιβιώνουν.