Κοινοποιησεις

δεν έχω ούτε μια φωτογραφία σου
που να λέει πώς ήσουν πριν να γεννηθείς
υπήρχες;
δεν υπήρχες;
σ’ ονειρεύτηκε η μάνα σου ή σ’ έκλεψε
από έναν κόσμο που όλα
ήταν καλύτερα: τα κορίτσια πράσινα
τα χωράφια μέλι
κι οι άντρες νοσταλγοί
μιας θηλυκής μαγείας
εξανθρωπίζονταν

βρήκες κόσμο αντίστροφα με τις ρόδες
τρακάρισες γιατρό κι έπαψες να πηγαίνεις
έκτοτε στάση: ζεις – γερνάς – πεθαίνεις
ακίνητος ανάμεσα σ’ ακίνητους ανάμεσα σε πόνο
κι ούτε μια φωτογραφία σου δεν έχω
που να λέει πώς ήσουν πριν να γεννηθείς
και πως υπήρχες
έτσι ώστε να βεβαίωνα
πως καταλήξαμε εδώ
από μιας μάνας κλέψιμο
κατά λάθος
και μόνο

(“μισέρημος” | εκδ. Μανδραγόρας)