Κοινοποιησεις

αν μας ρωτούσαν κάτι χρόνια πριν τι σημαίνει την εξέλιξη, μεγαλόστομα θα μιλούσαμε για συσκευές. καινούριες, αψεγάδιαστες, ονειρώδεις. λίγα ή πολλά χρόνια μετά, με σφηνωμένα στόματα και με χαρά κουτσουρεμένη, μιλάω για εκείνο το δεύτερο πρόσωπο της προσωπικής αντωνυμίας -συ– μαζί με την υπόλοιπη ρίζα της λέξης σκεύος.

τεχνολογία. η τεχνολογία με την αλματώδη της μανία να διευκολύνει την ανθρωπότητα, συμπαρασύρθηκε από την έκβαση της γνωστής παροιμίας ‘’όποιος βιάζεται σκοντάφτει’’ και σμπαράλιασε τις ανθρώπινες σχέσεις. η ευκολία που μας υπόσχονται οι συναπτές πρωτοχρονιές αφού ανοίξουν ξελιγωτικά τα πόδια για να μας δελεάσουν, ρίχνονται κατευθείαν στο κόκκινο βρακί. ύστερα ξεψυχούνε. έχω από το 2000 που βλέπω κινητά να καβαλιούνται στους καναπέδες, ρε. τα ψεύτικα στοιχεία του Σημίτη που μας βάλανε στο ευρώ εγκαινιάσανε ολόκληρη κοσμοθεωρία σπατάλης. κι έγινε το ‘’σε θέλω’’ καραμέλα που την παίρνεις από τον κάθε άγνωστο ο οποίος δεν άντεξε να γίνει γνωστός γιατί παραπέρα πουλούσαν καινούρια γεύση. κατέβα, φτάσαμε, ανεπιτυχώς επιτυχημένα, στην εργαλειοποίηση της προσωπικής αντωνυμίας του κάθε δευτέρου προσώπου. κατέβα, δεν θα σε περιμένω, υπάρχουν κι αλλού νεραντζιές στα στενά της Αθήνας.

‘’εσύ-σκευή’’.

τα φθηνά εργατικά χέρια που όλοι θέλαν να αναπαύσουν, κόπηκανε (ή μάλλον, ενεργητική φορά) τα κόψανε απ’ τη ρίζα. τα φθηνά εργατικά χέρια που όλοι θέλανε ν’ αναπαύσουν, γίνανε άνευρες ρομποτικές λαβές που κόβουν το κόκκινο καλώδιο που κάποτε τα συνέδεε με τον δυναμισμό της στοργικής αφής. τα φθηνά εργατικά χέρια δεν αντικαταστάθηκαν ποτέ, χειροτέρεψαν προς το χειρότερο. για την ακρίβεια, τα ακούραστα εργατικά χέρια εξαφανίστηκαν με οδοστρωτικό τέμπο από την τεχνολογία. πλυντήριο πιάτων, πλυντήριο ρούχων, πλυντήριο αισθημάτων, στροφές απανωτών στροφών, καυτηριασμός στους 90 βαθμούς να εξαφανιστούν τα ίχνη, άχνα το επόμενο πρωί, διάολε πάλι δε θυμάμαι ποιος κοιμόταν πλάι μου πάλι. τριαντάρηδες καρδιακά ανεπαρκείς, εικοσάρηδες ανίκανοι να βιώσουν τα βολτ του χαδιού, κι όλοι να ξανοίγομαστε ληστρικά σε τετραγωνικά αδέσποτων κρεβατιών, σχεδόν πάντα με μάτια κλειστά, όχι από πάθος, αλλά επειδή στην καλύτερη φαντασιωνόμαστε κάποιον άλλο. Κι άλλοτε ξεσπάθωμα καύλας με εγωιστική οργή εν ερυθρία, ‘’δεν μου αρέσεις τόσο πολύ, εγώ πρέπει να ξεμπουκώσω’’.

Τι ντεμοντέ ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης.

πατάς ένα κουμπί, πας παρακάτω, πατάς ένα άλλο, εμφανίζεται ένας άλλος, πατάς ακόμη ένα και τους εξαφανίζεις όλους. τώρα δεν περιμένεις, η διάρκεια φαντάζει αρρώστια κατοχική κι όποιος μιλήσει για δεύτερη προσπάθεια εξορίζεται στο χωριό του. στα ροζιασμένα χέρια της γιαγιάς μου φαντάζομαι, συχνά, την υπομονή του παππού μου -αν ζούσε- να τα χαϊδεύει. vintage απαρχαιωμένες αρχές, παρηκμασμένα ‘’για πάντα’’, παρωχημένα ‘’σ’ αγαπώ’’, άσπρα σεμέν να προσπαθούν να φιμώσουν τη συνέχεια. άσπρα σεμέν να προσπαθούν να φιμώσουν τις καυλωδίες μας. σήμερα εδώ, αύριο εκεί, μεθαύριο ψυχωσικά μόνος. μέτρα ρε, μέτρα τις αμηχανίες των χεριών στα μπαρ που δεν κάμπτονται από άλλα ακροδάχτυλα κι όλο φτιάχνουν τσιγάρα.

βρίστε με συντηρητική, αλλά εξέλιξη είμαστε η γενιά που ανεμίζει το μαύρο μαντίλι της γιαγιάς της θρηνώντας για τον χρόνο που δε δίνει στους ανθρώπους, συναλλάζοντας τους πόθους της σαν τα πλαδαρά μάλλινα πουκάμισα του παππού της, αφού πνιγεί μέσα σ’ αυτά.

Προηγούμενο άρθροΚάτι αχλάδια
Επόμενο άρθροΗ ώρα των κατασκόπων | Τζον λε Καρέ
ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΚΑΤΣΑΔΟΥΡΗ
σαρκοφάγα ενεργητικοπαθητική προδιάθεση για αρπαχτές με λέξεις. χωρίς αγκαλιά. ανιάτως πάσχουσα από χρόνιο σεξισμό για την πάρτι τους. εντοσθιώνω ψαχουλευτικά ανθρωπάρια, παπάρια, στιγμές, στυγνές, ψαχουδουλεύοντας χωρίς τακτ οισοφάγους και στομάχια. μεγάλωσα σε χωριό. πιστεύω στο μάτην