Κοινοποιησεις

Φωτογραφία: ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ “ΣΚΕΤΟ JACK”

Μπαίνει κάποιος σ’ ένα μπαρ και δε φεύγει ποτέ.
Αλλά και να φύγει, θα ξαναγυρίσει το επόμενο πρωί.
Όχι, δεν πρόκειται για κάποιο καμμένο ανέκδοτο, ούτε για κάποιο εξοντωτικό ωράριο που απομυζεί τους εργαζόμενούς του σε συναστρία των καιρών.
Υπάρχουν κάτι χειμωνιάτικα μπαρ που μνημονεύουν εκείνος κι εκείνος, εκείνος κι άλλος, ο δίπλα κι ο παρά δίπλα, κι άλλοι πολλοί, εκείνοι..
Εκεί μαζεύονται οι νέοι και διαστέλλονται οι παλιοί κι όλοι μαζί μετράνε τις αλκοολικές τους μεθέξεις τη νύχτα.
Λίγη προσοχή εδώ.
Η διαδικασία της γνωριμίας θα παρομοιαστεί, επιτηδευμένα, κατ’ αναλογίαν της ερωτικής ηδυπάθειας που εκλύει η σεξουαλικής πράξη, αλλά και του ύστερου (ή κι υστερικού) κολλήματος, που αποκτάς, όταν κάποια στιγμή στη ζωή σου σ’ αρέσει τόσο πολύ ο άλλος.

Όσο κι να προσπαθήσω να καταλαγιάσω την ετυμολογική μου ζέση υπό την επήρεια αλκοόλ που υπόσχεται το ακαταλόγιστο, αποτυγχάνω.
Το κάλλος του συγκεκριμένου δρόμου, φρόντισε να προλειάνει πετυχημένα την ομορφιά που θα συναντήσεις στα δεξιά.
Σφηνωμένο κάθετα στην ζαλάδα της πλατείας Εξαρχείων, «απατάμε» πολλές φορές μες την βδομάδα τα διαμερίσματά και τα τρυφερά απ’ τα ΙΚΕΑ στρώματά μας, με τις καρέκλες του ή τα μικρά του άβολα σκαμπό. Παρασύνθημα. Καλλιδρομίου.
Σύνθημα, Ένοικος.

Υπάρχουν μπαρ που φλερτάρουν με τον μαζικό χαρακτηρισμό του ‘’στεκιού’’ κι ύστερα σε ξενερώνουν πιο γρήγορα κι από χαλασμένο ουίσκι. Όλο και περισσότερα ‘’ταχυφαγικά’’ μπαρ, σ’ ένα ρυθμό που προτάσσει η πρωτευουσιάνικη μόδα, σαλαγάνε με βουλιμία το πλήθος από τη μύτη. Όμορφοι χώροι, πνιγερό θεαθήναι, τυποποιημένο συνδιαλλαγείν, ασθενικά γεμάτοι από επίδοξους σελφοκονταρίστες και δείχτες κολλημένοι στη βρόμικη οθόνη του κινητού.
Κι άλλα που προφητεύσανε από την ονομασία τους ότι θα σε κάνουν θαυμαστή, θαμώνα, Ένοικό τους.
Δεν είναι το πότο, τα ωραία καλύμματα, οι ευγενείς τοίχοι, τα περιζήτητα κοκτέιλ, οι ζητωκραυγάζοντες  djs διαθέσιμοι να τέρψουν την αξημέρωτη καύλα σου, σεργιανίζοντας τις αθηναϊκές πίστες και παραβγαίνοντας με τους κολλητούς σου στο μεθύσι.
Μια άλλη, αδήριτη ανάγκη σε σπρώχνει στα καπνισμένα του σπλάχνα.

Σπεύδουν οι Αθηναίοι και τα λένε.
Τα πίνουν. Αλλά κυρίως τα λένε.
Αυτό που μου ‘κάνε τη μεγαλύτερη εντύπωση την πρώτη φορά που πήγα, ήταν τα καλοστημένα πηγαδάκια από μικρές συμμορίες ξενυχτών που στιχομυθούν ακαταλήπτως όλο το βράδυ, αδιαφορώντας για τους κανόνες κοινής ησυχίας, με μια παράδοξη ακοίμητη σπίθα στο μάτι.
Όσες φορές έχω αποτραβηχτεί απ’ τη δική μου παρεϊστικη θεματική ενότητα για ν’ ακούσω με τί μπορεί να καταπιάνεται κάποιος 3:00 τη νύχτα, κρυφογουστάρω.
Δε ξέρω, νομίζω ότι όλες οι ιστορίες των θαμώνων, εδώ, είναι πολύ διαφορετικές απ’ τις κουβέντες που κουτσομπολεύεις στα υπόλοιπα μπαρ της πόλης.
Το ερωτικό-εριστικό μ’ αυτό το μπαρ, είναι ότι βγάζεις όλο το απύθμενό σου άχτι, διαταράσσοντας την ηρεμία που είθισται να επικρατεί στις πολυκατοικίες μετά τις δώδεκα.
Οι Ένοικοι ετούτου του μεταμεσονύκτιου συναθροιστηρίου, θεσπίζουν ειδικούς κανόνες κοινής ανησυχίας.
Πίσω από το διασκευασμένα ένρινο ‘’πυκνοί καπνοί’, η νύχτα παίρνει όντως φωτιά.
Συζητήσεις επί συζητήσεων, αξημέρωτες τίσεις επί δικαιολογημένων μεθυσμένων ύβρεων, ασυναρτησίες επί ασυναρτησιών, έκδηλα ερωτικά βλέμματα διαιρεμένα άλλοτε με αποδέκτη τους πίνακες του Βαγγέλη και τις στομφώδεις προσωπογραφίες του Παυλόπουλου, κι άλλοτε με τη φυσική μαγνητικότητα του ανθρώπινου πεδίου, συνθέτουν έναν αλγόριθμο ικανό να σε κάνει ν’ αγαπήσεις τα μαθηματικά.
Εκεί, περίπου, πριν τις 5:00 το ξημέρωμα.
Όταν θ’ αρχίσει, δηλαδή, να ξενερώνει το αλκοόλ κι η παρορμητική σου μαθηματική ζέση.

Κάπου- κάπου λέγεται ότι πλήθος καλλιτεχνών και σημαινόντων, περιδιαβαίνουν την ελκυστική του μπάρα. Αδιάφορο.
Το ‘γραψα μόνο για να τραβήξω την προσοχή εκείνων που εγείρεται όταν μαθαίνουν ότι κάποιος μ’ ένα ειπωμένο επώνυμο έχει αφήσει την κλανιά του στην καρέκλα που τώρα ζεσταίνει ένας άλλος..

Κάθε φορά που αράζω στην μπάρα, φιλοτεχνώ ανώνυμα προφίλ.
Κυρίως για κάποιον που τυχαίνει να μου πιάσει ή να του πιάσω ψιλοκούβεντο, αδιαφορώντας -σχεδόν στυγνά- για τη ταλαιπωρία της πλάτης που αρκείται πεισματικά στη ταλαιπωρία του σκαμπό. Ψιλοκούβεντο, επειδή θα πρέπει να υψώσεις τους τόνους της φωνής στον συν-μπαρίστα  του οποίου τα ώτα θα βάλλονται από ξεσηκωτικές απόψεις ξάγρυπνων ενοίκων  κι ύστερα, επειδή έφτασε η ώρα να παραγγείλεις το δεύτερο ποτό σου στον Στέλιο.

Αναβλύζουν ένα σωρό μπαρ στο κέντρο της πόλης.
Όλα σου υπόσχονται λήθη, ξεσάλωμα, ξεχαρβάλωμα ταβλών, δημιουργία καυλών και περισσή ζάλη.
Μα, αγαπητέ Ένοικε, είσαι εκείνο το θεάρεστο μπαρ όπου κανένας διαχειριστής δεν μπορεί να μου τρίξει το χέρι για την παραβίαση του στοπ της κοινής νηνεμίας και μέχρι να με διώξουν απ’ το σπίτι, θα γουστάρω να πίνω ανένοχα το νοίκι μου..