Κοινοποιησεις

_________________________________________________________________

Φωτογραφία: Αιμιλία Ιωαννίδου (Παρίσι)

Ο πατέρας μου είναι πια άστρο τ’ ουρανού.
Όταν γεννήθηκε, υπήρχαν ακόμα Τούρκοι στον τόπο μας.
Αυτοί έφυγαν το Φλεβάρη του 1913, αλλά το σκοτάδι δεν
είχε χαθεί τελείως μαζί τους.
Όταν έφτασε σε ηλικία για γράμματα, στο χωριό έλεγαν πως
ήταν σακάτης.
Τις περισσότερες ώρες κυνηγούσε τους συνομήλικους για να τους φέρει στο υποτυπώδες σχολείο, που προσπαθούσαν να κάνουν ο παπάς κι ο
ψάλτης, αλλά τα παιδιά τον κορόιδευαν κι έτρεχαν σαν ζουλάπια στους
λόγγους και τους κάμπους. Μη πάει ο νους σας στο κακό,
μη τον λυπηθείτε. Αρτιμελής ήταν σε όλα, αλλά τα
χέρια του δεν ήταν χέρια. Ήταν φτερά αετού και αγαπούσε να
πετάει και να φυλλομετράει χαρτιά.
Αγαπούσε κάθε λέξη που κυμάτιζε σαν στάχυ, αλλά και κάθε
ταπεινή που περπατούσε στις ρούγες του χωριού ή και στις
πολύβουες πλατείες του κόσμου. Μα πιο πολύ αγαπούσε εκείνες τις
λέξεις που ντύνονταν βιβλία και τον δελέαζαν με τα σχήματα
και τα χρώματά τους. Λίγο μελάνι ήθελε μόνο κι άσπρο χαρτί…
Αλλά όταν, αργότερα, οι Γερμανοί έκαψαν το σπίτι και όλα
τα γραφτά του, δε θέλησε να ξαναγράψει. Βάλθηκε να κυνηγάει
ξένες λέξεις και βιβλία…

Αγαπούσε και τη γη, όμως τα χέρια του δεν ήξεραν
να τη φροντίσουν. Δεν ήθελαν. Μόνο ωραίους τοίχους έχτιζε για
να μη φεύγει το χώμα στις βροχές. Ξερολιθιές, που από
μακριά θύμιζαν ράφια βιβλιοθήκης…
Όταν έσκυβε πάνω στη γη, έμοιαζε με θεόρατο λουλούδι που
την προσκυνούσε. Ποτέ δεν έκοβε τριαντάφυλλα, μόνο τα χάιδευε κι
ας τον γέμιζαν πληγές. Δεν έκοψε ποτέ ένα ανθάκι, ούτε
για το κορίτσι που ήρθε πίσω από τους λόφους και
την έκανε γυναίκα.
Αγαπούσε τη γη και δεν μπορούσε να την πονέσει, δεν
έσκαψε ούτε ένα αυλάκι στο κορμί της.
Η γη γινόταν το στρώμα της γυναίκας, μα πιο πολύ
ο ίδιος ακουμπούσε εκεί για να μπορεί η γυναίκα να
ξαπλώνει μαλακά στην αγκαλιά του. Έκανε πολλά παιδιά μαζί της,
γιατί η καλή γη πρέπει να δίνει πολλούς καρπούς.
‘’Λουλούδια σου είναι τα παιδιά μας’’, έλεγε όταν της έδειχνε
την ομορφιά του ουρανού. Αυτός κοίταζε τη γη, κι εκείνη
μετρούσε άστρα στην αγκαλιά του. Έτσι γέμισε αστέρια και η
μητρική αγκαλιά της.

Ο πατέρας μου κοιμόταν λίγο γιατί ήθελε ν’ ακούει τις άλλες,
τις μυστικές φωνές της νύχτας. Το τριζόνι που είχε τρυπώσει
στη μέσα τσέπη του σακακιού του, κι αυτός νόμιζε στην
αρχή πως έχει ταχυπαλμίες.
Τη φωνή του γκιώνη άκουγε, που έψαχνε κάποιον χαμένο αδερφό.
Το ουρλιαχτό των λύκων, που έφευγαν απ’ το χωριό διωγμένοι από το φόβο των ανθρώπων.

Όταν ήταν μικρός, το βλέμμα του είχε κλέψει ένα βράδυ
τη σοφία της κουκουβάγιας και από τότε όλοι τον κορόιδευαν,
γιατί ήταν ο μόνος στο χωριό που ήξερε γράμματα.
Ο πατέρας μου ήταν σακάτης γιατί ήξερε γράμματα.
Η μάνα μου δε μίλαγε πολύ γι’ αυτόν όσο ζούσε.
Πιο πολύ ντρεπόταν παρά καμάρωνε για τα παράξενα χαρίσματά του.
Όταν γέμισε πολλά αστέρια η αγκαλιά της, ζήτησε την τροφή τους.
Εκείνος αγαπούσε τη γη, δεν γνώριζε όμως πώς να την
πονέσει με αγάπη για να θρέψει τα παιδιά του.
Ευτυχώς, με τον καιρό, τα γράμματα βοήθησαν για να μη
σβήσει κανένα τους από την πείνα.
Έγινε ο γραμματικός του χωριού.
Ακόμα θυμάμαι με τρόμο τους συγχωριανούς να μπαίνουν χαράματα στο
σπίτι σαν άγριοι εισβολείς για να τους φτιάξει ένα χαρτί.
Τι κι αν εμείς κοιμόμασταν,
τι κι αν μας γέμιζαν λάσπες τα στρωσίδια, αυτοί δεν
είχαν σέβας και χρόνο παρά μόνο για τα ζωντανά τους… Τον γραμματικό τον χρειάζονταν, δεν τον αγαπούσαν.

Χρόνους πολλούς, αφότου έφυγε ο πατέρας για άλλους ουρανούς,
μου μίλησε γι’ αυτόν η μάνα. Τότε παραδέχτηκε πως κάποτε
εκείνος ο άντρας ήταν το δικό της αστέρι.
Το πιο λαμπρό αστέρι του χωριού.
Δεν ήταν ίδιος με τους άλλους. Έλαμπε αλλιώτικα.
Οι άλλοι κοιμόντουσαν τις νύχτες, κι αυτός τραγουδούσε.
Οι άλλοι έσφαζαν ζώα κι αυτός τα χάιδευε. Είχε ταξιδέψει
σ’ όλο τον κόσμο με τα βιβλία του, και οι άλλοι
πήγαιναν μέχρι τα χωράφια και γύριζαν.
Κάποια στιγμή ντράπηκε και η γυναίκα που ο άντρας της
δεν ήθελε να δαμάσει τη γη.
Μίσησε την κουκουβάγια που του χάρισε τα μάτια της.
Μίσησε τις λέξεις που του χάριζαν τέτοια νοήματα.
Χρόνους πολλούς μετά την απουσία του ένιωσε πόσο της
λείπει και μου είπε αυτά που ποτέ δεν του είπε, όσο εκείνος
πάσχιζε να καταλάβει τον κόσμο. Και δεν έκλαιγε, μόνο τον νοσταλγούσε…

Εκείνος, σιγά-σιγά, έπαψε να χαμογελάει.
Ακόμα και τ’ αστέρια τον έκαιγαν με το φως τους.
Το φεγγάρι σκοτείνιασε, και ο ίδιος χάθηκε στις τυπωμένες λέξεις.
Κανείς δεν τον σεβόταν, επειδή αυτός ήξερε γράμματα…
Κανείς δεν τον αγαπούσε, γιατί δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα.
Καθόταν λίγο στο καφενείο του χωριού και βιαστικά
γύριζε στο μυστικό σπίτι που είχε χτίσει με τα βιβλία του.

Ω, η μοναξιά του…
Η απίστευτη μοναχικότητα ενός άντρα που αντάλλαζε
μόνο τις αναγκαίες λέξεις με το περιβάλλον του.
Όταν έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, τότε κατάλαβε η άλλη ψυχή,
που είχε αναλάβει όλο το βάρος της οικογένειας,
πόσο άδειασε η ζωή της…
Τότε κατάλαβε πόσο μόνο τον άφησε…
Αν και τα έβλεπα όλα, δεν κατηγόρησα ποτέ τη μάνα…
Δεν έφταιγε εκείνη, δεν είχε χρόνο να καθίσει στα πόδια
του για ν’ ακούει τις παράξενες ιστορίες του.
Κανείς δεν είχε χρόνο, ούτε κι ο ίδιος που χάθηκε σ’ ένα
απελπισμένο κυνηγητό να προλάβει να διαβάσει όσα βιβλία αγόραζε…

Ο πατέρας μου δεν ήταν σακάτης.
Ένα αστέρι ήταν που έχασε το δρόμο του και βρέθηκε
σε άγνωστο πλανήτη.
Έτσι πέρασε όλη τη ζωή, ψάχνοντας το μονοπάτι που θα συναντούσε
τους άλλους ανθρώπους.
Που θα συμφιλίωνε αυτόν τον ξένο μ’ εκείνους
που είχαν τα σκληρά και χαρακωμένα από το μόχθο τους πρόσωπα.
Που απλώς τον ανέχονταν από σεβασμό προς τη γυναίκα του
και τα παιδιά του…

‘’Ό,τι κάνω, για σένα το κάνω’’, μου είπε μια μέρα όταν με
είδε να χαϊδεύω τα βιβλία του. Ήμουν πολύ μικρός τότε για να καταλάβω.
Πολύ μικρός για να καταλάβω ότι ήμουν η τελευταία και
μοναδική του ελπίδα. Δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω όπως ήθελε.
Δεν πρόλαβα να τον ακούσω όπως ήθελα.
Δεν έμαθα όλα τα ωραία μυστικά του, δεν χαρτογράφησα πλήρως
κανένα όνειρό του.
Τότε, στενοχωριόμουν που οι άλλοι τον θεωρούσαν ανίκανο να σπείρει
ένα χωράφι. Πονούσα που μίλαγαν προσβλητικά γι’ αυτόν, καμιά φορά
έκλαιγα κιόλας…
Έπαιρνα βιβλία ή εφημερίδες, πήγαινα κοντά του και τα κοίταζα.
Μου έδειξε πως αγγίζεις ένα βιβλίο, πώς γυρίζεις με δέος
τη σελίδα, γιατί δεν ξέρεις τι κόσμοι κρύβονται παρακάτω…
Μου έδειξε τι σημαίνουν οι λέξεις, τι εξουσία έχουν
πάνω μας, τι δύναμη αντλούμε από τη συντροφιά τους.
Όταν οι συμμαθητές μου μάθαιναν την αλφάβητο, εγώ πήγαινα στο
σχολείο με τα χέρια στις τσέπες.
Και βαριόμουνα και η ώρα δεν πέρναγε, κι έπαιζα περισσότερο απ’ όλους,
γιατί με είχε μάθει εκείνος ήδη να διαβάζω.
Δεν ήθελα καν να πάω στο σχολείο, γιατί ο δάσκαλος
δεν ήταν σαν τον πατέρα μου…

Ήμουν το τελευταίο του παιδί και δεν πρόλαβα, γιατί έχασα
χρόνο στις σπουδές.
Έφυγε όταν θ’ αρχίζαμε να μιλάμε για τ’ αγαπημένα του βιβλία…
Όταν θα έβλεπε ότι είχα κληρονομήσει την αρρώστια του και
θα είχε ό,τι επιθυμούσε και δεν μπορούσε εκείνος να το βρει…

Δε θυμήθηκα τώρα το χρέος μου, τώρα ρίχνω λίγο φως
στη σκιά του.
Αυτές τις γραμμές δε θα τις διαβάσει κανένας από εκείνους
που ήταν κοντά του και δεν τον συνάντησαν πουθενά.
Δε θα τις διαβάσει ούτε εκείνος, αλλά είμαι σίγουρος ότι
γνώριζε πως εγώ θα φανέρωνα κάποτε την αλήθεια του.
Αλλά και όσοι τις διαβάσουν, ας σκεφτούν όποιον γεροπαράξενο
γνωρίζουν και ας τον δουν με άλλα μάτια…

Χειμώνα-καλοκαίρι κοιτάζω με νοσταλγία τον ουρανό.
Ακόμα περιμένω να ξεχωρίσει ένα παράξενο φως εκεί ψηλά.
Ακόμα θυμάμαι το σιωπηλό και θλιμμένο του βλέμμα και προσπαθώ να φωτίσω λίγο τη μορφή του.

Όσο ζω, δε θα κουραστώ να περιμένω, πατέρα.
Έστω κι αν ξέρω ότι αυτό το φως το έχω
μέσα μου, επειδή εσύ κάποτε το άναψες…
Αλλά, να, θέλω να δω έστω μια φορά και το πρόσωπό σου να λάμπει…