Κοινοποιησεις

 

Είναι και πάλι σχεδόν αργά γι’ αυτούς που σχεδιάζουν τον άρτο τον επιούσιο.
Τα μάτια είναι κουρασμένα από την ολημερίς απώλεια.
Θυμάμαι που έλεγες πως δεν θα καταφέρω ποτέ να ερωτευτώ.
Θυμάμαι πως δεν το πίστεψες ποτέ.
Θυμάμαι που μου ‘λεγες πως δεν καταφέρνω να μείνω μόνος χωρίς γυναίκα
και θυμάμαι που σου ‘λεγα πως έχεις δίκιο,
μια βραδιά που σε όλα είχες δίκιο.
Θυμάμαι και θα θυμάμαι τα πάντα που είχες πει,
όλες σου τις κινήσεις,
όλα σου τα τερτίπια,
όλες σου τις συνήθειες,
όλες τις μορφές του προσώπου σου,
όλα τα ανήσυχά σου βράδια,
όλα τα αγχωμένα σου πρωινά,
όλες τις στιγμές που πιπίλιζες το δάχτυλό σου
και σε φώλιαζα με τη παρουσία μου.

Όλα τα φιλιά σου,
όλες τις αγκαλιές σου,
όλες τις στιγμές που ήθελες να είσαι μόνη
και ήμουν εκεί σαν ένα ξετσίπωτο γουρούνι.
Όλα σου τα χαμόγελα,
όλα σου τα δάκρυα,
όλους σου τους οργασμούς,
όλες σου τις αλήθειες,
όλα σου τα νευριασμένα πρωινά,
όλα σου τα ερωτευμένα σαββατόβραδα,
όλα σου τα απογεύματα που βαριόσουν την ύπαρξή μας.
Όλα σου τα «σ’ αγαπώ»,
όλα σου τα «φύγε από εδώ».
Όλο σου τον έρωτα που δε θα κλειστεί ποτέ
σ’ ένα ποίημα
κι ένα κείμενο
κι ένα γράμμα
κι ένα καταραμένο βιβλίο
αν θες.