Κοινοποιησεις

Καθίσατε να σκεφτείτε  ποτέ στα σοβαρά ότι το LSD
και η έγχρωμη τηλεόραση εμφανίστηκαν στην αγορά
σχεδόν ταυτόχρονα;
Καταφτάνει αυτός ο εκρηκτικός βομβαρδισμός χρωμάτων,
κι εμείς τι κάνουμε;
Κηρύττουμε παράνομο το ένα και γαμούμε τελείως το άλλο.
Φυσικά, η τηλεόραση – με τους ανθρώπους
που τη διαχειρίζονται σήμερα – είναι άχρηστη,
αυτό δεν σηκώνει κουβέντα, διάβασα ότι σε μια σε μια πρόσφατη
επιδρομή της αστυνομίας,
ένας πράχτορας ισχυρίστηκε ότι δέχτηκε στο πρόσωπο
ένα δοχείο με οξύ που του το πέταξε ο φερόμενος
ως κατασκευαστής των παραισθησιογόνων,
κι αυτό είναι ένα είδος σπατάλης.
Υπάρχουν ορισμένοι σοβαροί λόγοι για το διωγμό του LSD,
DMT, STR, – μπορούν να κάνουν έναν άνθρωπο να χάσει
για πάντα τα λογικά του – αλλά το ίδιο μπορεί να καταφέρει
και το πλύσιμο των πιάτων, το μάζεμα των παντζουριών
και η διδασκαλία των Αγγλικών στα τοπικά πανεπιστήμια.
Αν διώκαμε οτιδήποτε μπορούσε να τρελάνει έναν άνθρωπο,
ολόκληρη η κοινωνική δομή θα κατέρρεε –
γάμος, πόλεμοι, αστικές συγκοινωνίες, σφαγεία, χειρουργεία,
ότι θέλετε, τα πάντα μπορούν να μας μουρλάνουν
γιατί η κοινωνία είναι χτισμένη σε λάθος στηρίγματα,
μέχρι να ξηλώσουμε τον πάτο και να την ξαναχτίσουμε,
τα τρελοκομεία θα είναι υπερπλήρη.
Προσωπικά πιστεύω πως οι περικοπές στον προϋπολογισμό
των ψυχιατρείων, που έχουν προταθεί από τον καλό μας
κυβερνήτη, έμμεσα σημαίνουν ότι οι άνθρωποι
που έχουν οδηγηθεί στην τρέλα από την κοινωνία δεν θεωρούνται
άξιοι να συντηρηθούν και να γιατρευτούν με έξοδα
της ίδιας της κοινωνίας.
Ιδίως σ’ αυτόν τον αιώνα του πληθωρισμού και της βαρύτατης
φορολογίας, τα χρήματα αυτά θα έπιαναν περισσότερο τόπο
στην κατασκευή δρόμων, ή αν πασπαλίζονταν  – ω, μα όσο ανάλαφρα
– στα κεφάλια των νέγρων για να τους εμποδίσουν
να κάψουν τις πολιτείες μας.
Τώρα, μου ήρθε μια υπέροχη ιδέα:
γιατί να μην δολοφονούμε τους τρελούς;
Σκεφτείτε πόσα λεφτά θα γλιτώναμε,
ακόμα κι ένας παλαβός έχει ανάγκη από τροφή
και κάποιο χώρο να κοιμάται,
κι είναι τόσο αηδιαστικοί οι μπάσταρδοι –
έτσι όπως ουρλιάζουν και πασαλείβουν τους τοίχους με σκατά,
κ.λ.π, κ.λ.π, το μόνο που χρειαζόμαστε είναι μια μικρή ιατρική ομάδα
που θα αποφασίζει και κανα – δυο νοστιμούλες νοσοκόμες
(ή νοσοκόμους) που θα συντηρούν σε ικανοποιητικό επίπεδο
τη σεξουαλική δραστηριότητα των ψυχιάτρων.

Ας ξαναγυρίσουμε στο LSD ,
όπως είναι αλήθεια ότι όσο λιγότερα παίρνεις
τόσο περισσότερο τολμάς – ας πούμε το μάζεμα των παντζαριών
– είναι επίσης αληθινό ότι όσο περισσότερα παίρνεις
τόσο περισσότερο τολμάς,
κάθε ερευνητική δραστηριότητα – ζωγραφική, ποίηση,
ληστείες τραπεζών, το να’ σαι δικτάτορας κ.λ. π
σε στέλνει σ’ εκείνο τον τόπο όπου ο κίνδυνος και το θαύμα
προχωρούν χεράκι, χεράκι,
είναι ενδιαφέρουσα εμπειρία,
σου αρέσει – ας πούμε –
να κοιμάσαι με τη γυναίκα του γείτονα,
αλλά ξέρεις  ότι κάποια μέρα θα σε πιάσουν με τα βρακιά κατεβασμένα,
αυτός ο κίνδυνος κάνει την πράξη ακόμα πιο ευχάριστη,
οι αμαρτίες μας κατασκευάζονται στον ουρανό
για να δημιουργούν την κόλαση μας στη γη.
Κόλαση που, προφανώς, χρειαζόμαστε,
κάνε πως γίνεσαι πολύ καλός σε κάτι,
κι έχεις φτιάξει ήδη τους εχθρούς σου,
οι πρωταθλητές την έχουν πιο άσχημα απ’ όλους!

Το πλήθος ψοφάει να τους δει να τσακίζονται
για να μπορέσει να τους κατεβάσει στο ίδιο βαρέλι
με σκατά.
Οι ηλίθιοι την γλυτώνουν φτηνά, ενώ ο νικητής μπορεί
να σκοτωθεί μ’ ένα τουφέκι που’ χει παραγγείλει ταχυδρομικώς
(έτσι τουλάχιστον λέει ο μύθος)
ή με το ίδιο του το κυνηγετικό όπλο
σε κάποια μικρή πόλη όπως το Κέτσαμ,
ή σαν τον αδόλφο και την πουτάνα του,
καθώς στο Βερολίνο κόβεται στα δύο,
στην τελευταία σελίδα της ιστορίας τους.

Το LSD μπορεί να σε τσακίσει γιατί δεν είναι κατάλληλο
για πιστούς δημόσιους υπαλλήλους, ωραία, σύμφωνοι,
το κακό οξύ όπως και η κακή πουτάνα μπορεί να σε διαλύσει,
όπως συνέβαινε άλλοτε με τα λαθραία ποτά,
ο νόμος αναπτύσσει τη δικιά του αρρώστια
σε φαρμακερές μαύρες αγορές,
αυτό που θέλω να πω είναι πως, βασικά, τα περισσότερα
άσχημα ταξίδια οφείλονται στο ότι το άτομο έχει ήδη ντρεσαριστεί
και δηλητηριαστεί από την ίδια την κοινωνία.
Αν ένας άνθρωπος ανησυχεί για το νοίκι,
της δόσεις του αυτοκινήτου,
την πανεπιστημιακή μόρφωση του γιου του,
το δείπνο των δώδεκα δολαρίων με την γκόμενα,
για την γνώμη του γείτονα του, την τιμή της σημαίας,
ή για το τι θα συμβεί στην Μπρέντα σταρ,
τότε ένα χάπι LSD μπορεί να τον τρελάνει,
γιατί κατά κάποιον τρόπο είναι ήδη τρελός,
κι αν μπορεί και σέρνεται ακόμα στην κοινωνική παλίρροια,
είναι επειδή υπάρχουν τα μπαρ,
για ένα ταξίδι χρειάζεται κάποιος που δεν έχει ακόμα παγιδευτεί,
που δεν έχει ακόμα ισοπεδωθεί από τον μεγάλο φόβο
που κινεί την κοινωνία, δυστυχώς, οι περισσότεροι άνθρωποι
υπερτιμούν την αξία τους σαν ελεύθερα άτομα,
και είναι τεράστιο το λάθος της γενιάς των χίπις
να μην εμπιστεύονται κανέναν πάνω από τα τριάντα,
τριάντα δεν σημαίνει τίποτα,
οι περισσότεροι από μας μαντρώνονται
κι εκπαιδεύονται στα εφτά ή στα οχτώ τους,
πολλοί νέοι ΜΟΙΑΖΟΥΝ ελεύθεροι,
αλλά αυτό οφείλεται μόνο σε μια χημική αντίδραση
κορμιού και ενέργειας, δεν έχει καμία πνευματική βάση,
συνάντησα ελεύθερους άντρες στα πιο παράξενα μέρη
και σ’ όλες της ηλικίες – θυρωρούς, κλέφτες αυτοκινήτων,
γκαραζόπαιδα, κι ακόμη μερικές ελεύθερες γυναίκες,
ιδίως νοσοκόμες ή σερβιτόρες ΚΑΘΕ ηλικίας,
η ελεύθερη ψυχή είναι σπάνια, αλλά όταν την συναντήσεις,
την αναγνωρίζεις, κι αυτό, γιατί αισθάνεσαι όμορφα,
πολύ όμορφα, όταν είσαι κοντά της ή μαζί της.
Ένα ταξίδι με LSD θα σου δείξει πράγματα πέρα από κάθε κανόνα.
Θα σου δείξει πράγματα που δεν είναι γραμμένα στα βιβλία
και που δεν μπορείς να παραπονεθείς γι’ αυτά στον δημοτικό σου
σύμβουλο, το χασίσι κάνει λίγο πιο υποφερτή την παρούσα κοινωνία
– κι αυτό είναι όλο, το LSD είναι μια άλλη κοινωνία,
αν έχεις κοινωνική συνείδηση, μπορείς να διαγράψεις το LSD
σαν παραισθησιογόνο,
εύκολος τρόπος για να ξεφορτωθείς το πρόβλημα
και να ξεχάσεις την όλη ιστορία,
αλλά ο ορισμός της παραίσθησης εξαρτάται από το σύστημα αναφοράς
που έχεις διαλέξει, ότι και να σου συμβαίνει,
τι στιγμή που σου συμβαίνει γίνεται πραγματικότητα –
μπορεί να είναι μια ταινία, ένα όνειρο,
ερωτική πράξη, δολοφονία, το να σε δολοφονούν,
το να τρως παγωτό, μόνο τα ψέματα επιβάλλονται  αργότερα,
παραίσθηση: είναι μονάχα μια λέξη στα λεξικά και κοινωνικό ξυλοπόδαρο,
για κάποιον που πεθαίνει, ο θάνατος είναι πραγματικότητα,
για τους άλλους είναι απλώς κακή τύχη,
ή κάτι που πρέπει να ξεφορτωθείς,
όταν ο κόσμος αρχίσει να παραδέχεται ότι ΟΛΑ Τα κομμάτια
ταιριάζουν στο σύνολο, τότε ίσως υπάρχει μια πιθανότητα,
ό,τι βλέπει ένας άνθρωπος είναι αληθινό,
δεν το ‘φερε καμία ξένη δύναμη,
υπήρχε πριν γεννηθεί, μην τον κατηγορείτε επειδή τρελαίνεται
γιατί οι εκπαιδευτικές και πνευματικές δυνάμεις της κοινωνίας
δεν ήξεραν να του πουν ότι η εξερεύνηση ποτέ δεν τελειώνει,
κι ότι πρέπει όλοι μας να είμαστε μικρές κουράδες, περιορισμένες στο α, β, γ,
και τίποτα παραπέρα, δεν είναι το LSD που φταίει για
το άσχημο ταξίδι, είναι η μάνα σου, ο πρόεδρος σου,
το κοριτσόπουλο στο διπλανό σπίτι, ο παγωτατζής με τα βρώμικα χέρια,
ένα μάθημα άλγεβρας, η αναγκαστική μάθηση, των Ισπανικών,
η βρώμα από μια χέστρα το 1926,
ένας άντρας με μεγάλη μύτη τότε που οι μεγάλες μύτες
δεν ήταν της μόδας, είναι τα καθαρτικά,
η ταξιαρχία του Αβραάμ Λίνκολν,
το πρόσωπο του Φραγκλίνου Ντ. Ρούσβελτ,
οι καραμέλες από λεμόνι, το ότι δούλευες στη φάμπρικα
για δέκα χρόνια κι απολύθηκες γιατί άργησες πέντε λεπτα,
η γριά καρακάξα στο μάθημα της Αμερικάνικης ιστορίας,
το σκυλί σου που το πάτησε ένα αυτοκίνητο –
ένας κατάλογος τριών σελίδων και ύψους πέντε χιλιομέτρων,
άσχημο ταξίδι;
Όλος ο κόσμος ταξιδεύει άσχημα, φίλε.
αλλά θα συλλάβουν εσένα γιατί κατάπιες ένα χάπι.
Εγώ συνεχίζω με μπύρα γιατί στα σαράντα εφτά μου
είμαι στριμωγμένος από πάρα πολλές μεριές,
θα ήμουν ηλίθιος αν πίστευα ότι ξέφυγα απ’ όλα τους τα δίχτυα,
νομίζω ότι ο Τζέφερς είχε δίκιο ότι έλεγε – πάνω κάτω –
πρόσεχε τα δίχτυα αδερφέ μου, κι υπάρχουν κάμποσα,
λένε ότι ο ίδιος ο θεός πιάστηκε κάποτε που περπάτησε στη γη,
τώρα βέβαια, κάμποσοι από μας δεν είμαστε και τόσο σίγουροι
ότι ήταν θεός,
αλλά όπως και να’ ταν , ήξερε από κόλπα,
μόνο που μιλούσε πολύ,
ο καθένας μπορεί να μιλάει πολύ, ακόμα κι ο Λίρι,
ακόμα κι εγώ,
είναι Σάββατο, κάνει κρύο, πέφτει ο ήλιος,
τι μπορεί να κάνεις τ’ απόγευμα;
αν ήμουν η Λίζα, θα χτένιζα τα μαλλιά μου,
αλλά δεν είμαι η Λίζα, , να, έχω αυτό το παλιό τεύχος της
Εθνικής Γεωγραφίας και οι σελίδες του λαμποκοπούν
σαν κάτι να συμβαίνει στ’ αλήθεια,
φυσικά, τίποτα δεν συμβαίνει,
όλοι σ’ αυτό το μέγαρο μεθοκοπούν,
μια κυψέλη αλκοολικών, βλέπω τις κυρίες από το παράθυρο μου,
εκπέμπω, μουρμουρίζω μια μάλλον κουρασμένη κι ευγενική λέξη
όπως «σκατά», και τραβάω αυτή τη σελίδα από τη μηχανή μου,
είναι δικιά σας.