Κοινοποιησεις

Η ώρα πήγε εννιά και δεν νύχτωσε ακόμη. Μάλλον, δεν θα
ξανανυχτώσει. Τουλάχιστον, όχι εδώ. Μάλλον, ο άνεμος θα μας
τελειώσει.
Είχα φανταστεί πολλές φορές τον κόσμο να τελειώνει, αλλά, όχι έτσι.
Είχα φανταστεί, κομήτες να πέφτουνε από το διάστημα στην γη σαν τη
βροχή. Όλα σκόνη, όλα ένα. Μετά την έκρηξη, σιωπή.
Είχα φανταστεί, λάβα ν’ αναβλύζει από κάθε οπή πάνω στην γη και να
μας λιώνει.
Είχα φανταστεί τον ωκεανό να μας καταπίνει με ένα και μόνο κύμα. Ένα
βαθύ μπλε κύμα. Και μετά, σιωπή.
Και η φωνή μες στο κεφάλι μου πάντα να τραγουδά πως “είναι όμορφος ο
κόσμος, μωρό μου, σαν γκρεμίζεται, είναι όμορφος ο κόσμος, μωρό μου,
σαν πεθαίνει”.
Τρέχω τόσο γρήγορα που σχεδόν πετάω. Έστω στο τέλος, να κι ένα
όνειρο που ‘γινε αληθινό. Μπαίνω σε μια γκρίζα πολυκατοικία που ακόμα
αντέχει, μπας και σωθώ. Τα πόδια μου με πάνε από μόνα τους, δεν
προλαβαίνω να σκεφτώ κι ανεβαίνω τα σκαλοπάτια δυο, δυο.
Φτάνω στον τελευταίο όροφο. Η πόρτα του ρετιρέ είναι ανοιχτή, θαρρείς
και με περιμένει. Τα πόδια μου ήξεραν καλύτερα από ‘μένα, γι’ ακόμη μια
φορά. Μπαίνω στο κόκκινο δωμάτιο, που ‘ναι πλημμυρισμένο από το φως
του ήλιου το στερνό. Σε λίγο θα τον πάρει ο άνεμος κι αυτόν.
Οι πύρινες κορδέλες του μία μία τον εγκαταλείπουνε και στροβιλίζονται.
Σαν μεθυσμένοι άγγελοι στον ουρανό.
Τα τζάμια έχουν σπάσει, τα παραθυρόφυλλα βροντάν, οι βελούδινες
κουρτίνες ανεμίζουν σαν λυσσασμένες φλόγες κι από κάτω η πόλη να
ουρλιάζει, να αλυχτά, σαν δαιμονισμένη μάγισσα να γελά και, πάνω από
αυτήν, πολεμικά αεροπλάνα πετάν, μα, τα παίρνει ο άνεμος κι αυτά, τα
πλέκει με τα σύννεφα και τα σκορπά. Ναι! Ο άνεμος θα μας τελειώσει,
τελικά.
Και, στην μέση όλου αυτού του χάους, στέκεται εκείνη. Εκείνη, που ο
άνεμος δεν την αγγίζει. Με τα άγρια χρυσά μαλλιά της, με το μεταξωτό
βεραμάν φόρεμά της, και με κοιτά, με δυο μάτια που όμοια τους δεν
ξανάδα, απύθμενα κι αστραφτερά. Δοσμένη σε μια έκσταση απόκοσμη ,
μου χαμογελά και μου απλώνει το χέρι της. Με προσκαλεί, να πάω μαζί
της κι εγώ. Έχουμε τον χρόνο με το μέρος μας, λέει, την στιγμή που ο
χρόνος στον δικό μου κόσμο έχει σχεδόν τελειώσει.
Την κοιτάω, δίχως ν’ αρθρώσω λέξη, και την ακολουθώ, γιατί, είμαι
ανίκανη στην μαγεία της ν’ αντισταθώ. Λίγο πριν τα πάντα χαθούν, το
σκάμε απ’ το παράθυρο.
Τον κόσμο που με γέννησε τον πήρε ο άνεμος κι εκείνη πήρε εμένα μαζί
της στο άπειρο…
Και τώρα περπατάμε μαζί. Ανάμεσα σε κουρτίνες από λουλούδια, που
κρέμονται από το πουθενά.
Αιωρούμαστε.
Μέσα στο άσπρο.
.
(Εξώφυλλο: Ευγενία Κακανέ)