Κοινοποιησεις

Μία μικροσκοπική κουκίδα σπάνιας πολυπλοκότητας
εγκλωβισμένη στη ρητίνη ενός πόθου,
ενός φιλιού και όμως,
τόσο ισχυρή ενάντια στην παροδικότητά της
που δεν μπορεί παρά να συγκριθεί με τα ζωοδόχα άστρα.
Ξαπλωμένη σε μια κούνια στρίβει και ουρλιάζει,
μπλεγμένη στο σεντόνι,
διαπερνά τον χώρο,
κάμπτει τον χρόνο και εκτοξεύεται
στην ουσία των άλλων ανθρώπων
άγνωστη, κατάφωτη
και τρομαχτική μέσα στην ομορφιά της.

Τρέχει με την ταχύτητα του ήχου
μέσα στους δρόμους τη πόλης,
δεν είναι πια κουκίδα,
θυμίζει τώρα αμυχή,
μία επιπόλαια λύση της συνέχειας του δέρματος
ενός βαριεστημένου λεπτοδείκτη,
δεν το γνωρίζει ακόμα όμως αυτή η γρατζουνιά
θα είναι ο θάνατός του,
αυτή η γρατζουνιά θα παγώσει τον χρόνο.
Το βράδυ ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι με ουρανό,
στρίβει ξανά και ξανά το νευρώδες σώμα,
φοβάται εκείνη το σκοτάδι και το σκοτάδι τα μάτια της
που εκτοξεύουν πηγαία φλόγα.

Βαδίζει πάνω στο σουέλ,
φέρνει το σουέλ.
Οι γοφοί της περιγράφουν την υδρόγειο,
το στήθος της βλασταίνει
και ανθίζει
και μυρίζει αργό θάνατο,
το στόμα της γυαλίζει δίκοπο,
δεν είναι μία αμυχή πάνω στους λεπτοδείκτες.
Είναι πληγή,
στίγμα πάνω στων αγοριών τα στήθια.
Είναι ένα κομμάτι ατόφιας επιθυμίας
που μαρτυράει τους τρόπους των ανθρώπων,
ξεχειλίζει από τους τρυφερούς μηρούς της
το μυστικό της ύπαρξης,
η ίδια η εξέλιξη αναβλύζει από τον πρώτο πόθο
και ορίζει τους τρόπους της συνέχειας,
της διάρκειας.
Δεν είναι αμυχή. Είναι αιτία και αποτέλεσμα,
είναι ο ορισμός της ύπαρξης
και η γέννηση του πρώτου Θεού.
Είναι φόβος και ανάγκη.

Γυρίζει γυμνή πάνω στο σεντόνι,
δεν είναι πλέον φόβος, δεν είναι πληγή.
Πλέκει τα δάχτυλά της πάνω στο στήθος του,
τα χείλη της πάνω στο στόμα του,
τα πόδια της γύρω από τον φαλλό του
σε μια στιγμή μοναδικής διαύγειας.
Είναι το συμπέρασμα,
η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις,
η αλήθεια και το ψέμα του σκοπού,
γίνεται άσυλο και στέγη.
Γίνεται προσφορά και μαρτυρική απόλαυση.
Δεν προστάζει πια η σάρκα,
έχει ημερέψει,
έχει χορτάσει άγγιγμα και μυστικά το δέρμα.
Προστάζει η απορία,
ορίζει η συνέχεια
και η μοναξιά του ανολοκλήρωτου,
προστάζει ο νους που ξυπνάει από τον εφήμερο ύπνο
και η πρώτη ουσία που αρρωσταίνει αδύναμη μπροστά
στη συνειδητοποίηση του προσωρινού.

Είναι γυναίκα.
Τίποτα δεν είναι πιο καθηλωτικό από την ίδια,
τίποτα δεν υπάρχει που να είναι ανώτερο σε μέγεθος και έκταση
από τη φύση που την ορίζει.
Είναι όμορφη,
τσακισμένη,
σπασμένη σε χίλια τέλεια κομμάτια.
Είναι φοβισμένη μπροστά στην ίδια της την ισχύ.
Είναι η αρχή και το τέλος.
Είναι η ελπίδα.

Προηγούμενο άρθροΚάνε αυτό
Επόμενο άρθροΑντίδωρα
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ
Ο Μιχάλης Κατράκης γεννήθηκε το 1980. Σε ηλικία έξι (6) ετών εντυπωσίασε γονείς και δασκάλους αναδομώντας πλήρως την νεοελληνική ορθογραφία και δημιουργώντας πληθώρα νέων λέξεων από ήδη υπάρχουσες όπως η λέξη «σπήτι» και το ρήμα «πέζο» . Η διεθνής λογοτεχνική κοινότητα τον χαρακτήρισε ως τον «μεγαλύτερο εν ζωή λογοπλάστη» Δεν αρκέστηκε όμως σ’ αυτό. Σε ηλικία 8 ετών κατάφερε να συντάξει έκθεση με θέμα «πως πέρασα το καλοκαίρι» και να περιγράψει σαράντα πέντε (45) μέρες παραθερισμού σε εννιά (9) μόνο σειρές, εκ των οποίων η τελευταία ήταν η εξής: «Τρίτη ήταν που το θάψαμε». Το κείμενο έδωσε νέα ώθηση στο ρεύμα του αφαιρετικού υπερρεαλισμού και συνεχιζει να εμπνέει ακόμα και σήμερα χιλιάδες συγγραφείς παγκοσμίως. Παρά τη φήμη του, μεγάλωσε σχεδόν νορμάλ, πέρασε από τα σύνορα της νεότητας σχεδόν ολοκληρωτικά, βιοπορίστηκε σε διάφορους τομείς σχεδον με επιτυχία και ερωτεύτηκε παράφορα (χωρίς σχεδόν). Ζει από επιλογή στον κόσμο τον δικό του αλλά δέχεται συχνά επισκέπτες. Που και που γράφει για ότι βρει ενδιαφέρον. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ό-Ντέι: Το φετίχ της καρδιάς» κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις ΟΞΥ. Το δεύτερο κυκλοφορεί στις 17/12/2018