Κοινοποιησεις

Φωτο-γράφημα – αφιέρωμα από τους Χρήστο Διαμάντη και Θανάση Καρρά

Μετρό. Τρόλεϊ. Λεωφορεία. Μηχανές. Αυτοκίνητα.
Χαμόγελα με μουσικό χαλί, με την ένταση δυνατά να απλώνεται στο χώρο και μυαλά ορθάνοιχτα.
Όαση τα κορίτσια με τα σταμπωτά αμάνικα μπλουζάκια. Μελάνι ίδιο με το αίμα τους και all starάκια.

Αγόρια και κορίτσια να συναναστρέφονται, σώματα που μυρίζουν μπισκότο, πρόσωπα χαμογελαστά. Ποτήρια γεμάτα μπύρα και ζεστά τσιγάρα, που σπιθίζουν σε κάθε ρουφηξιά, ζέσταιναν τη γλυκιά προσμονή για όσα θα ακολουθούσαν.

Προκάτ μπαρ της άμστελ, της φιξ κλπ. γίνονται κοφτήριο ευρώ για μία βραδιά και μετά εγκαταλείπονται, όπως και ο χώρος. Είμαι φωτογράφος, το φωτο-γραφώ κι έτσι.
Το πιο κακό ναρκωτικό που έχω πάρει είναι ο φόβος.
Μόνο το Τώρα έχουμε και τους φίλους μας, τις σταθερές αγάπες μας,
που ανοίγουν την καρδιά σου! Οι στιγμές που λέμε στην υγειά μας και το ευχόμαστε αληθινά ορίζει την ευτυχία. Πώς μπορείς να την πεις αλλιώς;
Συνοδευόμουν από ένα ωραιότατο κορίτσι και γύρω μου βρίσκονταν φίλοι και γνωστοί, παραδίπλα μου ένα μικρό ροκόπουλο. «Πόσο πιο μεγάλος είμαι;», σκέφτομαι. Στα χείλη του διαβάζω ακατανόητα τσιτάτα. Ο ενικός είναι κάποτε αγενής.

Εδώ και αμέτρητες πλέον γιορτές, όλο αναρωτιέμαι: Τι με κάνει να ξαναπηγαίνω;
Κι ακόμα δεν αισθάνομαι την ανάγκη να απαντήσω.
Κι έτσι συνεχίζω να πηγαίνω μαζί με κι άλλους αθεράπευτους από γιορτή σε γιορτή, επειδή πολύ μου αρέσει.

“Η μετριοφροσύνη είναι για τους ασήμαντους” Γκαίτε.

“Αν πραγματικά αξίζει, θα βρει τη θέση που του αξίζει. Αλλιώς, ασήμαντος ων, θα ηχείς αλαλάζων ως κύμβαλον. “
Σώθηκαν οι ώρες.
Πήραν το σχήμα της δύσης.
Μας περίμεναν αυτά που θα γίνονταν.
Όσοι «χαμένοι» επέλεξαν να έρθουν στη γιορτή ξέρουν τα βασικά,
γουστάρουν να νιώθουν τη ζαλάδα και να καταλαβαίνουν την σουβλιά του στίχου στο στομάχι.
Στους ονειροπόλους αρέσει να χορεύουν ασταμάτητα κι ας μη γουστάρουν το καλοκαίρι.
Διαλέγουν να χαρούν με τους ποιητές δίπλα στη θάλασσα και να φοράνε στον καρπό ευφάνταστα κομποσκοίνια.
Διαλέγουν ν’ ανάβουν κερί σε Ποιητές.
Δεν κάνουν προσευχές οι φίλοι μου, είναι παλιοχαρακτήρες, όπως κι εγώ.
Κι αυτοί οι «παλιοποιητές, που κάνουν τους καμπόσους», είναι σαφές ότι δεν απευθύνονται στο πόπολο, αλλά στους μυημένους.
Επειδή αγαπούν κι αυτοί τους ίδιους ποιητές.

Τα λόγια τους…
είναι μια γλυκιά προσευχή
κουρνιάζουν έξω απ’ το κλεισμένο σου παράθυρο
και αν τ’ άφηνες θ’ ανοίγαν μια ρωγμή
απ’ το μικρό κελί σου ως το άπειρο

Μα εσύ σωπαίνεις και θρηνείς σαν τον κατάδικο
Πάνω απ’ τη στάχτη που σκεπάζει τον παράδεισο
πάνω απ’ τη στάχτη

Βάλε φωτιά σε ό,τι σε καίει, σε ό,τι σου τρώει την ψυχή
Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι, ανοιχτοί

Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή
Ζήσε μαζί μου στον αέρα, στη φωτιά στη βροχή
Μας περιμένουν άδειες μέρες ραγισμένοι ουρανοί
Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από πληγή σε πληγή

Τα λόγια μου είναι μια ανέλπιδη ευχή
Σβησμένα φώτα μέσα στο άχαρο δωμάτιο
Και αν τ’ άφηνες θα καίγαν τη σιωπή
Και θα διαλύαν το κρυμμένο σου παράπονο

Μα εσύ σωπαίνεις και θρηνείς σαν τον κατάδικο
Πάνω απ’ τη στάχτη που σκεπάζει τον παράδεισο
πάνω απ’ τη στάχτη

Βάλε φωτιά σε ό,τι σε καίει, σε ό,τι σου τρώει την ψυχή
Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι, ανοιχτοί

Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή
Ζήσε μαζί μου στον αέρα, στη φωτιά, στη βροχή
Μας περιμένουν άδειες μέρες ραγισμένοι ουρανοί
Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από πληγή σε πληγή

Βάλε φωτιά σε ό,τι σε καίει σε ό,τι σου τρώει την ψυχή
Υπάρχει ακόμα υπάρχει κάτι που δεν έχει χαθεί

Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή
Ζήσε μαζί μου στον αέρα, στη φωτιά στη βροχή
Μας περιμένουν άδειες μέρες ραγισμένοι ουρανοί
Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από πληγή σε πληγή


Η παράσταση ήταν

Το ωραιότερο ταξίδι που ‘χω κάνει
ήταν επάνω στη σπασμένη πολυθρόνα
που άφησαν πίσω όταν φύγαν οι τσιγγάνοι
σε μια αλάνα μέσ’ στη μέση του χειμώνα

Έβλεπα έτσι από μπροστά μου να περνάνε
κάτι σπασμένοι ουρανοί με χελιδόνια
Κάτι κλαδιά να εξαπλώνονται σαν χρόνια
μέσ’ στην ομίχλη, το καραβάνι

Το ωραιότερο τραγούδι που ‘χω ακούσει
το είπε ένας καπετάνιος πριν πεθάνει:
“το πιο ωραίο
το πιο ωραίο
το πιο ωραίο είναι το επόμενο λιμάνι”

Έτσι ταξίδεψα μακριά στην Ισπανία
ένα απόγευμα, που είχε λιακάδα
Όλη η Μεσόγειος μια παραλία
μία κυρία περπατάει στη Γρανάδα

Τα μαλλιά της είναι άσπρα, το μαντήλι
είναι λευκό, μα η ματιά της είναι μαύρη
Από μικρό παιδί το γιο της είχε στείλει
στο μέρος που μουγκρίζουνε οι ταύροι

Παραπατάει ο ταυρομάχος στην αρένα
αλλά και ο ταύρος τώρα πια παραπατάει
Μπρος στα ρουθούνια του λιβάδια ανθισμένα
το πλήθος όρθιο, χειροκροτάει

Μέσ’ στην αρένα που μαζεύτηκαν τα πλήθη
να ξαναδούν απ’ την αρχή το ίδιο τέλος
ένα κορίτσι ακονίζει με το νύχι
πίσω απ’ την πλάτη μας του έρωτα το βέλος

Ο ταυρομάχος παίρνει φόρα και χτυπάει
όλοι νομίζουν ότι ζουν σε παραμύθι
Αυτή ακίνητη στα μάτια τον κοιτάει
τη χαιρετάει, θα τον πετύχει

Το ομορφότερο κορίτσι της Γρανάδας
θα εξημερώσει αυτή τη νύχτα άλλο ένα κτήνος
ποιας Ισπανίας ουρανός και ποιας Ελλάδας;
Σε πολυθρόνα σαν κι αυτή τώρα ίσως κάθεται και ‘κείνος

Και βλέπει από μπροστά του να περνάει
το καραβάνι που ξεκίνησε και πάλι
Αυτό το βέλος απ’ την καρδιά του
ποτέ κανείς δε θα μπορέσει να το βγάλει

Το ωραιότερο ταξίδι που ‘χω κάνει
ήταν επάνω στη σπασμένη πολυθρόνα
που άφησαν πίσω όταν φύγαν οι τσιγγάνοι
σε μια αλάνα μέσ’ στη μέση…
…μέσ’ στη μέση του χειμώνα

είναι η αγάπη..

Προηγούμενο άρθροΟ δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται
Επόμενο άρθροΤο γέλιο σου | Πάμπλο Νερούντα
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Μένει στα Εξάρχεια. Ζει στον πλανήτη του. Βλέπει φωτογραφικά (κυρίως ασπρόμαυρα) Γνωρίστηκε με τη φωτογραφία τον προηγούμενο αιώνα. Αγαπά τον Φρίντριχ Νίτσε για το "Η αισθητική είναι ανώτερη της ηθικής". Αγαπά τη λέξη ελευθερία και το ασπρόμαυρο πορτραίτο. Τα καρέ του Ντίνου Διαμαντόπουλου και τον Helmut Newton, εμμονικά. Συμφωνεί πώς ο χρόνος καταστρέφει τα πάντα, εκτός από το ουίσκι. Κι ότι κανείς δεν μπορεί να ξεγελάσει το θάνατο, παρά μόνο η ζωή. Είναι πεπεισμένος πώς η ζωή του είναι βασισμένη σε πραγματική ιστορία και πώς ο γιαλός είναι στραβός.