Κοινοποιησεις

Ένα κοριτσάκι κάνει κούνια.
Ο δεξής αστράγαλος είναι ακουμπισμένος πάνω στον αριστερό,
το μακρύ της φουστάνι στολίζεται από μια ζώνη ψηλά στην μέση,
τα μαλλιά της δεμένα αλογοουρά
και τα χέρια της κρατούν σφιχτά τα δυο σκοινιά
που είναι δεμένα στο κλαδί ενός μεγάλου πεύκου.
Από κάτω, το μάθημα της ημέρας:

«Δώσε μου μια, να πάω ψηλά!
Δέσε την κούνια μου καλά!
Για ιδές, πετάω! Δώσε μου μια!
Γερά βαστάω τα σκοινιά,
δώσε μου μια να πάω ψηλά!»

Το βιβλίο της πρώτης δημοτικού ήταν μπροστά μου ανοιχτό.
Διάβασα το μάθημα βαριεστημένα κι έπειτα τα παράτησα.
Σηκώθηκα από το γραφείο μου
και έκανα βουτιά στα καθαρά σεντόνια.
Ο ήλιος γαργαλάει τις πατούσες μου,
κλείνω τα μάτια και γραπώνομαι
από τα χοντρά σκοινιά της κούνιας.
Ο αέρας, απαλός και δροσερός, μου χαϊδεύει το λαιμό
κι ακούω το θρόισμα των φύλλων.
Κουνάω νοερά τα πόδια μου να πάω ψηλά, πολύ ψηλά…
τόσο που θα πετάω!

Το τρίξιμο της πόρτας με επανάφερε στο παιδικό δωμάτιο.
Τα μάτια μου δακρύζουν απ’ την αντηλιά
κι ακούω τα βήματά του.
Ο ήχος απ’ τις παντόφλες του πατέρα μου ήταν ξεχωριστός,
σαν σύρσιμο σε παγωμένες πλάκες.
Ακούω την ανάσα του πολύ κοντά κι αναρωτιέμαι
τι γυρεύει στο δωμάτιό μου και μάλιστα γυμνός.

«Να ξαπλώσω δίπλα σου;»

Θέλω να πω ένα μεγάλο «όχι»
αλλά ντρέπομαι και κάνω χώρο.

«Να σε χαδέψω;»

Θέλω να πω «ποτέ»
αλλά η φωνή πετρώνει απ’ τον φόβο μου.
Γυρνάω το κεφάλι προς τον τοίχο και σιωπώ.

«Κοιμήσου!»

Πρόσταγμα που δεν σηκώνει αντίρρηση.
Κλείνω τα μάτια μου και μένω ακίνητη και παγωμένη,
όπως τα αγάλματα που μου είχε δείξει η μαμά μου
στο μουσείο.
Νιώθω να με φιλάει στο μάγουλο
και να τραβά τ’ αχτένιστα μαλλιά μου.
Τα χείλη του ακουμπάνε τα δικά μου
και η καρδιά μου σταματά.
Το χέρι του, δειλό και αδιάκριτο,
μου κλέβει όλα τα «μου».
Όσα δεν ήθελα να δώσω, όλα εκείνα που αγαπώ.
Νιώθω το σώμα του να πέφτει με φόρα
επάνω στο δικό μου και καταπίνω τα δάκρυα
που κυλούν από τα μάτια μου στο στόμα.
Η αλμύρα τους με ηρεμεί και νιώθω να πεινάω.
Κάτι προσπαθεί, κάτι παλεύει, δεν ξέρω τί, ούτε ρωτάω.
Στέκομαι εκεί ακίνητη και προσποιούμαι πως κοιμάμαι.

Ο πόνος είναι οξύς.
Φωνάζω, κλαίω, σπαρταρώ, μα εκείνον δεν τον νοιάζει…
το βλέμμα του είναι σκοτεινό και τα άγρια χέρια του
με σφίγγουν.
Ακούω την ανάσα του να βγαίνει γρήγορη, βεβιασμένη,
ανάμικτη με άναρθρές κραυγές.
Τον νιώθω να κουνιέται γρήγορα, να προσπαθεί
και να παλεύει με τον ίδιο του τον εαυτό.
Κι εγώ πονάω. Πονάω…
κλείνω τα μάτια όσο πιο σφιχτά μπορώ για να μην βλέπω,
να μην νιώθω,
να μην υπάρχω πια.
Κλείνω τα μάτια και χορεύω στο βαλς του ηλιόλουστου μεσημεριού:
ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω.
Ρυθμός που με ακολουθάει πιστά, μ’ ακολουθεί πάντα.

«Πήγαινε να πλυθείς!»

Έμεινα μόνη στο δωμάτιο με τα αυτιά μου να βουίζουν.
Έκλεισα τα μάτια μου και γύρεψα την κούνια.
Ήθελα να γραπωθώ από τα δυο χοντρά σκοινιά
μέχρι τα χέρια μουνα βγάλουν αίμα.
Ήθελα να πάω ψηλά,
πολύ ψηλά, τόσο που θα πετάω,
όμως η κούνια δεν ήταν πια εκεί.
Μόνο σκοτάδι κι άπνοια.
Ούτε πεύκα, ούτε αέρας δροσερός,
ούτε και φύλλα για να θροΐζουν.
Μόνο ντροπή,
ίδια όπως εκείνη που ένιωθα κάθε φορά
που με έπιανε το αυστηρό βλέμμα της μάνας μου
να τρώω γαριδάκια στα κρυφά.

Στάθηκα κάτω από το ντουζ και το νερό έτρεχε
επάνω μου καυτό για να ξεπλύνει την ντροπή μου.
Τα δέκα αυτά λεπτά δεν πλύθηκαν,
ούτε θα και θα πλυθούν ποτέ.
Δεν πλύθηκαν ούτε και τα επόμενα δεκάλεπτα,
εκείνα που ακολούθησαν και βρώμισαν για πάντα την ψυχή μου.
Όλα εκείνα τα δεκάλεπτα της παιδικής μου ηλικίας
είναι πιο δυνατά κι από τον θυμό.
Πιο δυνατά κι από την θλίψη ή εκείνο το «γιατί»
που μου φωνάζει και πληγώνει.

Εκείνο το «Γιατί» που έχουν νιώσει τόσες πολλές γυναίκες αλλά
καμιά δεν βρήκε το «επειδή».
Οι απαντήσεις δεν υπάρχουν, σταμάτησα να τις γυρεύω.
Υπάρχει μόνο κάτι σαν ντροπή,
μια αδιόρατη ενοχή που κουβαλάμε στο σακίδιό της ζωής μας.

Δεν θα πω για την αθλιότητα του βιασμού,
δεν θα μιλήσω για την φοιτήτρια στη Ρόδο,
δεν θέλω να φωνάξω σήμερα για τον στιγματισμό,
τον ρατσισμό, τον πατριαρχισμό…
Σήμερα δεν χωράνε τα «-ισμός» στο κείμενό μου.

Αυτό που θέλω να σας πω είναι ότι μπορεί εμείς,
τα θύματα,
να υπάρχουμε με εκείνη την αδιόρατη ντροπή,
αλλά εσείς, οι θύτες,
έχετε πάψει να υπάρχετε μα ξέχασαν να σας το πουν.
Η ύπαρξη βασίζεται στην αλλαγή, μα εσείς αλλάζετε μονάχα προσωπεία.

Μπορεί εμείς να σέρνουμε τα πόδια μας
στο βαλς του ηλιόλουστου μεσημεριού,
όμως εσείς τα κόψατε απ’ τη ρίζα τους
και πια δεν πάτε πουθενά.

Μπορεί να μοιάζει πως έχετε δικαίωμα να κάνετε ό,τι θέλετε,
όμως δεν ξέρετε να θέλετε
κι αυτός είναι ο χειρότερος θάνατος.

Αυτό που θέλω να σας πω…
…δεν έχω ιδέα τι θέλω να σας πω.
Μόνο ότι είμαι εδώ και πως υπάρχω.

 

Προηγούμενο άρθροΑπώλεια 2
Επόμενο άρθροΑτιτλο
ΔΕΝ ΕΧΩ ΙΔΕΑ!
Δεν έχει σημασία ούτε το πριν, μα ούτε το μετά μου. Το μόνο που μετράει είναι το «τώρα» μας κι οι λέξεις που το χτίζουν. Μ’ αυτό θα συστηθώ, κι αυτό θα προσπαθήσω να δομήσω. Τώρα είμαι μπροστά από την οθόνη μου και τίποτα δεν με φοβίζει. Τώρα είμαι όμορφη και πίνω τον καφέ μου. Τώρα αναπνέω με τα γράμματα και ζω για να σας γράφω. Τώρα είμαι ελεύθερη και αγαπώ όλο τον κόσμο. Τώρα, ούτε εχθές, ούτε μετά.