Κοινοποιησεις
 
Ένας αναρχικός κραδαίνει
τρεκλίζοντας
μια μαυροκόκκινη σημαία – απ’ αυτές
που το μαύρο δηλώνει την αυτονομία των πειρατών
και το θανατικό –
και το κόκκινο, το αίμα δηλοί,
το φλογερό.
Μικρό παλλικαράκι
νεαρό
με μια ψυχή τυρρανισμένη στα σμπαράλια
-προχωρεί-,
μιας αγάπης πανανθρώπινης
το φώς φωνάζει
μα είν’ τα λόγια του ισχνά,
– και η βοή –
του όπλου που ελοχεύει τον τρομάζει.
Τα μάτια εξεγερσιακά
εκστατικά
δεν συνάδουν με του κόσμου αυτού το θλιβερό τοπίο
καθόσον γκρίζο αυτό – θαμπό -,
γαλάζια εκείνα
το πρώτο ψάχνει θάνατο, τα δεύτερα χαρές
που δεν αγγίζουν η εκμετάλλευση, η βία,
και των ανθρώπων
οι οιμωγές.
Οι ζωές μας
βολοδέρνουν
καταμεσής στα πέλαα των παθών
και των ανταγωνισμών
και γυρεύουν ανέλπιστα κάποια διαφυγή –
μια σανίδα –
άλλες το καταλαβαίνουν,
άλλες τους ποτές
πως όσο κι αν δε μοιάζουνε στην τυπική την όψη
ζούμε και πεθαίνουμε σε πόλεις – φυλακές.