Κοινοποιησεις

 

Το πάρτι γινόταν σ’ ένα σπίτι δύο τετράγωνα από την Πάντειο
σε μία ξεφτισμένη πολυκατοικία.
Μου άνοιξε μία κοπέλα όμορφη με μακριά μαλλιά
και τατουάζ στα χέρια.
Μπήκα τρεκλίζοντας και γύρεψα το μπαρ.
Ένιωθα ήδη τις παλάμες να ιδρώνουν
και γέμισα μια ξεχασμένη κούπα με κονιάκ.

Διάφορα βλέμματα με κοίταζαν περίεργα
κι η μουσική μου φώναζε ότι το τέλος ήρθε.
Ένας τύπος καμιά τριανταριά χρονών πλησίασε με θράσος
και ρώτησε τί ψάχνω.
«Κάτι να πιω».
Οι λέξεις μου ξεγλίστρησαν απόλυτα, σχεδόν ψιθυριστά,
κι ο τύπος έπιασε τον αγκώνα μου κι άρχισε να με σέρνει.
Βρέθηκα σ’ ένα δωμάτιο αποπνικτικό.
Το ξύλινο κρεβάτι ήταν βρώμικο κι η πολυθρόνα
στη γωνία μου φάνηκε μεγάλη.
Τριγύρω άνθρωποι που θύμιζαν ταριχευμένα ζώα,
αλουμινόχαρτα μισά, σύριγγες ματωμένες.
Παντού μια σάπια αίσθηση, σκόνες κι ανυπαρξία.
Μόνο κενό. Ένα μεγάλο τίποτα.
Σαν το στομάχι μου που έτρεμε στερημένο.
Σαν την ζωή μου που πλέον έμοιαζε νεκρή.

Η ζωή είναι το άθροισμα των επιλογών μας, είχα διαβάσει.
Είχα διαβάσει κι άλλα, πολλά.
Ρουφούσα τα βιβλία όπως σνίφαρα την κοκαΐνη πάνω
από το τραπέζι το πρωί.
Ένα βήμα, σκέφτηκα δυνατά.
Ένα βήμα προς τα πίσω και όλα θα γίνουν όπως πριν.
Το πριν, όμως, δεν μου άρεσε όπως δεν μου άρεσε και το τώρα.
Δεν μου άρεσε τίποτα αλλά το τίποτα με αγαπάει με πάθος.

Σωριάστηκα στην πολυθρόνα με το κλαρωτό ύφασμα και κούμπωσα αμέσως,
σαν αγκαλιά που χώνεσαι μέσα της
και ξαφνικά όλα είναι αναπαυτικά και μαλακά.
Ο τύπος γονάτισε μπροστά μου,
ακούμπησε τα μπράτσα μου κι θέλησε να με φιλήσει.
Τον έσπρωξα απότομα, δεν ήθελα να μ’ ακουμπούν,
αντιπαθούσα τα αγγίγματα.
Ήθελα από μακριά, όλα από μακριά.
Το κοντά σήμαινε οικειότητα κι εγώ την λέξη δεν την ήξερα.
Κάπου την διάβασα, την έψαξα στο λεξικό, μα δεν την έμαθα ποτέ.

Το μπράτσο μου έσφιξε και μια φλεβίτσα φάνηκε
στο μέσα μέρος του αγκώνα.
Ένα μικρό ηφαίστειο, εδώ και χρόνια θυμωμένο,
πανέτοιμο να εκραγεί για ν’ αποδείξει πως μπορεί να είναι ελεύθερο.
Όλο μου το είναι αντιστάθηκε –
δεν ήθελα, δεν έπρεπε, σήκω, ΣΗΚΩ, φώναζα από μέσα μου
αλλά το σώμα είχε βολευτεί στην αναπαυτική αγκαλιά της πολυθρόνας.

Η φλέβα τρύπησε, το ηφαίστειο ξέσπασε
και μια σταγόνα κόκκινη κύλησε σαν λάβα στο χαλί.
«Μόνο μια φορά. Πρώτη και τελευταία!».
Αυτό θυμάμαι να μου λέω κι έπειτα είδα όνειρα πολλά, όμορφα,
τρυφερά, με οικειότητα.
Για τα επόμενα χρόνια αυτή θα ήταν η πιο ζεστή στιγμή μου –
κι όπως όλα τα όμορφα, συνέβη  μόνο μια φορά.

Ξύπνησα στην πολυθρόνα με το κορμί μου να πονά διαολεμένα.
Σηκώθηκα απότομα και μου’ ρθε αναγούλα.
“Κάτι να πιω”. Ιδρώτας έσταζε απ’ το μέτωπο κι ήθελα να πιω.
Κούμπωσα το παλτό μου μέχρι το λαιμό
και σύντομα βρέθηκα στο δρόμο.
Αριστερό πόδι, δεξί, πάλι αριστερό,
βρέθηκα να κάθομαι σ’ ένα από τα συντριβάνια της πλατείας
που κάποτε είχαν πάπιες και μαζευόμασταν τα πιτσιρίκια της περιοχής
να τα ταΐσουμε ψωμί και κουλουράκια.
Τα φώτα άναψαν, οι καφετέριες γέμισαν,
ο ιδρώτας μου έσταζε και ήθελα ήταν να πιω.

Έβγαλα το παλτό και τα παπούτσια μου και βούτηξα στο συντριβάνι.
Το νερό σαν να μου έκανε καλό.
Για μια στιγμή ένιωσα ανάλαφρη κι αθώα.
Θυμήθηκα τα λόγια του Καμύ περί αθωότητας και γέλασα δυνατά.
Δεν ήμουν σαν τα άλλα παιδιά, είχε δίκιο ο πατέρας μου.
Δεν επιζητούσα την αθωότητα,
κατά βάθος δεν μ’ ενοχλούσε η κριτική,
αντλούσα όλη δύναμη από την αδικία που κυκλοφορούσε στο κορμί μου.
Ό,τι κακό κι αν έκανα υπήρχε πάντα ένα άλλοθι –
γεννήθηκα ένοχη,
κι αυτό έδινε άφεση στις πιο κρυφές μου αμαρτίες.

Κάποιο περίεργοι τύποι είχαν μαζευτεί γύρω
από το σιντριβάνι και με κοίταζαν.
Βγήκα από το νερό, φόρεσα το μακρύ παλτό μου,
κούμπωσα τα παπούτσια μου και άρχισα να περπατώ
κάτω από το φως του φεγγαριού.

Περπάταγα χωρίς σκοπό, χωρίς προορισμό.
Για πρώτη φορά τα τελευταία δύο χρόνια,
αναρωτήθηκα πού πάω και γιατί.
Τί διάολο είναι η ζωή και για πιο λόγο ερχόμαστε σ’ αυτόν
τον γαμημένο κόσμο.
Γύρευα στα τυφλά τις απαντήσεις μου,
σε μπερδεμένα σήματα που ξεπηδούσαν σαν κουρασμένα καγκουρό
από διάφορες γωνιές του κεφαλιού μου.
Να πιω, μόνο να πιω, κάτι να πιω…
Το κεφάλι μου πονούσε σαν τρελό και ένιωθα ναυτία.
Έκλεισα με τις ιδρωμένες μου παλάμες τα’ αυτιά μου και κάθισα στο παγκάκι.

Σηκώθηκα και άρχισα να περπατάω ξανά.
Ξανά και ξανά.
Τα ίδια και τα ίδια.
Πάλι από την αρχή, και το τέλος δεν έλεγε να έρθει.
Η επιλογή ήταν πάντα μία, ο θάνατος,
και ήταν πάντα εκεί αλλά μόνο για τους λίγους:
τους πολύ δυνατούς και τους πολύ δειλούς.
Εγώ δεν ήμουν τίποτα από τα δύο.
Κάπου στη μέση. Μέτρια.
Μια μετριότητα που κυνηγούσε πεταλούδες με το σουρωτήρι του τσαγιού,
ψάρευε με τα χέρια,
ήθελε να βγει από τον σκοτεινό λαβύρινθο χωρίς φακό
και έπεφτε πάνω στους τοίχους.
Μάτωνε, μελάνιαζε και συνέχιζε.
Ξανά και ξανά.
Τα ίδια και τα ίδια.
Πάλι από την αρχή, και το τέλος δεν έλεγε να έρθει.
Επαναλαμβανόμενο μοτίβο του Γουόρχολ στον καμβά
μιας ξεθωριασμένης χώρας με μικροσκοπικά σύνορα και τεράστιο εγωισμό.

Το κεφάλι μου γύριζε σαν παλαβό.
Κάθισα  στο πεζοδρόμιο μέχρι να μου περάσει η ζάλη.
Γόνατα λυγισμένα, κεφάλι προς τα κάτω και τα μάτια μου
στις άχρωμες μουντές πλάκες.
Κι έπειτα σκοτάδι – κενό.
Μια μαύρη τρύπα που με ρούφαγε σαν το σιφόνι του νιπτήρα.
Μεταμορφώθηκα σε τρίχα.
Μια καστανή τρίχα από τα ακανόνιστα μαλλιά μου
που βουτάει με φόρα στο σιφόνι,
κοπανιέται στις σκουριασμένες σωλήνες
και περιμένει να φτάσει στην αποχέτευση χωρίς να αντιστέκεται καθόλου!
Μια καστανή τρίχα από τα μαλλιά μου,
μικρή κι ασήμαντη, που όμως έχει τη δύναμη
να βουλώσει τον νιπτήρα κι έπειτα να βλαστημάω
που δεν μπορώ να πλύνω τα δόντια μου.
Μια τρίχα- ένα τίποτα.
Αυτό ήμουν, ένα τίποτα από τα ακανόνιστα μαλλιά μου.
Είχα χαθεί. Είχα χάσει. Κι αυτό δεν το άντεχα.

Γύρισα σπίτι και βρήκα τον Στέφανο να χαμουρεύεται
με μια κοκκινομάλλα στον πράσινο καναπέ.
Πήγα στο δωμάτιό με βήμα σταθερό,
έβαλα τα ρούχα μου σε μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών
κι έφυγα ξανά.
Έφυγα για να μην ξαναγυρίσω ποτέ πια στα παλιά.
Είχα αποφασίσει να νικήσω.