Κοινοποιησεις

Σε μια απέλπιδα προσπάθεια να επιμηκύνω τη διάρκεια της μυρωδιάς,
ζωμένη με μια έκρυθμη επιθυμία
πως δε ξεφτίζουν τα πάντα,
επισκέφτηκα απειλητικά μια μεγάλη αλυσίδα καλλυντικών
για να μ’ απαλύνω τον πόνο.

Αφού πρόταξα αρκετές φορές τον καρπό μου,
βορά στα 30 ml τα οποία υπόσχονταν διάρκεια
και κάτι πολύ κοντά στην αιώνια ευφορία,
μισοκατέληξα σε κάποιο.

Στο ταμείο, χωρίς ντροπή, με 60 ευρώ πληρώνω
τη συνέχεια των πραγμάτων.

Οι απομιμήσεις των 5 ευρώ όταν σου υπόσχονται,
δεν σε κοιτούν στα μάτια, σκεφτόμουνα.

Μόνο, την ώρα που ξεθυμαίνουν τα φθηνά αρώματα,
εξαφανίζουν την αίσθηση της ευυποληψίας στην πόλη.

Εκεί νικάνε.

Ύστερα, μετά λύπης διαπίστωσα την ισχνή ισχύ της επιλογής μου.

Το διαπιστευμένο άρωμα των πολλών ευρώ,
αρνείται να σταθεί στον καρπό μου.

Γλιστράει ξεδιάντροπα, εμποτισμένο μέχρι αηδίας,
με την ανα/μαινόμενη προσκαιρότητα των πάντων.

Εξατμίζεται με την μαθηματική ακρίβεια όλων εκείνων
που υπόσχονται διάρκεια και για έναν καριόλη λόγο,
μεταμορφώνονται αμείλικτα σε μπουκαλάκια των 5 ευρώ,
γιατί απλά δεν μπορούνε.

Δε ξέρω τι είναι αυτό που ορίζει και φτιάχνει σταθερές,
τ’ αρώματα κι οι μυρουδιές ακολουθούν πιστά
την προδιαγεγραμμένη πορεία των πραγμάτων.

Όλα περνούν και σου περνάνε.

Τζάμπα παλεύουν οι φιλόλογοι στα φροντιστήρια.

Όλοι όσοι σμίγουμε το ”παίρνω” με το ‘’περνώ’’,
γνωρίζουμε την χρονική ακολουθία των ανθρώπινων ενεργειών
που περάσαν και κάτι μας πήραν.

Μόνο την άνοιξη. Κάθε άνοιξη, όσο φυτρώνουν αμυγδαλιές
και νερατζιές,
θ’ αναθαρρούμε.

Εκεί, στον πρώτο σπόρο απ’ τ’ ανθάκι που ξετυλίγεται
η αφή σπαργανικά
και αρχίσει να φορτίζει συναισθηματικά η ζέση.