Κοινοποιησεις

Το πρόβλημα κι η δυσφορία με τα διόδια,
μάλλον ξεκίνησε, όταν κάποιος ευαίσθητος μαθητικός ή αποχαυνωμένος σκακιστής,
θα υπολόγισε πόσο ακριβά χρυσοπληρώνεις την αφή.

Στην κυριολεξία μα και στη μεταφορά.

Στη μεταφορά, εκεί κυρίως, στη στιγμή του ταξιδιού,
όταν σμίγουν ελάχιστα για ν’ απομακρυνθούν αστραπιαία τ’ ακροδάχτυλα,
(δια)πιστώνεις τη βαθιά κυριολεξία της αφής.

Πόσους αποχωρισμούς κι εναρκτήριες αφές πληρώνουμε ακόμα στα
δυόδια γαμώ τον Μπόμπολα.

Όλες μετρημένες κι απογοητευμένες στ’ ακροδάχτυλα.

Εσύ αμέσως να σκεφτείς τα κωλοδάχτυλα.

Ναι, μαζί σου κι εγώ, είναι ο βόθρος που καταλήγουν
οι επ/αφές τα μεσαία δάχτυλα.

Τώρα όμως σου εκθειάζω τη δειλή αφή.

Ερωτευμένων, τσακωμένων, χωρισμένων, τσακισμένων,
αγαπημένων, συνοφρυωμένων, παγωμένων, ζεσταμένων.

Τα πεταγμένα νεύρα που καβαλούν οξύθυμα τα χέρια
για να εκκινήσουν την αφή, μπροστά σου συνωμοτικά σε
κάθε δυόδιο.

Για αυτό, μην τις πετάτε τις αποδείξεις, κρατήστε τες σα φυλαχτό
στην υγρασία των παλάμων σας, για να τους τρίβουμε ύστερα
στα μούτρα τη μεγάλη αξία της αφής.