Κοινοποιησεις

Απόψε παραιτήθηκε κι άλλος από τη δουλειά /
πώς έχουν αλλάξει έτσι τα κηδειόχαρτα
θυμάμαι τις κολώνες στα χωριά
που ‘ναι γεμάτες από φρέσκιες αναγγελίες θανάτου
τι ζαβή ειρωνεία να μυρίζει φρεσκάδα ο θανατάς
κάθετα επιτύμβια πόστερ σ’ άτσαλη σειρά,
σ’ ένα δωμάτιο τριακόσιων ανθρώπων
να σουσουδίζουν τι θα βάλουν,
ποιούς πρέπει να πάρουν τηλέφωνο
τι πέρασε, τι δεν πρόλαβει να περάσει,
πόσο υπέφερε
μη κοιτάς που διαδίδουν ότι στην πόλη υψώθηκαν τείχη
και τα πράγματα είναι απρόσωπα
ναι,
δεν μπορείς να δεις,
τα κτίρια με καμηλοπαρδάλεις από μπετό
βουλώνουν τ’ οπτικό σου πεδίο
ελικόπτερα σε ψεκάζουν με ά-συναίσθημα,
εργασιακά πρεζάκια σε τσιμπούν
με ενέσεις σταρχιδισμού
χέστηκες αν δε σε καλημερίζει η Μαρία της γειτονιάς
έχεις ξεχάσει ότι ο πατέρας σου έχει ζώα στο χωριό,
δεν ασχολείσαι καν
με την κατσίκα του γείτονα
και την παραδοσιακή κατάρα ψόφου
ήρθες στην πόλη για να προκόψεις, τσακίσου,
άφησε πίσω τα κατάλοιπα,
εδώ είμαστε αγαλματάκια ακούνητα
οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν εδώ, δε μυρίζουν,
δε δειλιάζουν
πηγαινοέρχονται στατικοί σ’ ένα βαγόνι του μετρό’
δεν βάζουν στο λεξιλόγιό τους «δεν»
δεν ατροφούν να βγάλουν εις πέρας την πιο άρρωστη φαντασίωση
του αφεντικοεπιβήτορα
εγώ,
όμως,
είμαι από χωριό,
και θα σκουντάω σαν βλαχάκι πάνω στ’ αυτοκίνητα
σε κάθε απεγνωσμένη είδηση παραίτησης
που δεν την παίζουν τα δελτία των οχτώ
«ήταν χαρισματικός»,
«δεν είχε δώσει κανένα δικαίωμα»,
«έτρεχε για όλους»
«χαμογελούσε πού και πού»,
«τ’ αφεντικό τον ζόριζε πολύ,
τον πρόδωσε η καρδιά του φαίνεται»
ένας μικρομέγαλος θάνατος τα εργασιακά
ένα παρεξηγημένο τέλμα που ζητάει δικαίωση
αίφνης χαλάει η ματριξένια οθόνη
που τρέχουν κωδικοί και λογαριασμοί
σήμερα δεν θα πας εδώ κι εκεί κι εκεί,
χαριτωμένα σήματα καπνού πανηγυρίζουν την νίκη
ένας ινδιάνος στην αμερική χαίρεται
που έκανες log out απ’ τον καπιταλισμό
όχι,
δεν είναι κιότεμα να παραιτηθείς,
είναι μια ξαπόστατη ανάσα
χωρίς να σε νοιάζει
πού και πώς θα κατανέμεις τα γαμημένα τα λεφτά
ξένοιαστος πια,
αφού δεν θα ‘χεις να πληρώσεις τα κοινόχρηστα