Κοινοποιησεις
Ο Διογένης είχε συλληφθεί αιχμάλωτος και κατάληξε στα δουλοπάζαρα.
Ο δουλέμπορος δεν τον άφηνε να καθίσει,
γιατί ήθελε να βλέπει ο κόσμος την «πραμάτεια» του.
Ο Διογένης τότε του είπε, «Δεν έχει σημασία γιατί και
τα ψάρια όπως και να στέκονται το ίδιο πωλούνται».
Ο Ξενιάδης, πλούσιος, αριστοκράτης της εποχής είδε τον Διογένη
και θέλησε να τον αγοράσει.
Συζήτησε με τον δουλέμπορο και ο δουλέμπορος πλησίασε τον Διογένη
και του λέει «αυτός ενδιαφέρεται να σε αγοράσει,
τί δουλειά ξέρεις να κάνεις να του πώ;».
Ο Διογένης με λογοπαίγνιο απαντά «ανθρώπων άρχειν»
και συμπλήρωσε «Φώναξε μήπως κάποιος θέλει δεσπότη».
Το λογοπαίγνιο αυτό, ενός δούλου που δήλωνε «άρχειν ανθρώπων»
άρεσε στον Ξενιάδη που χαμογέλασε και τον αγόρασε, αφού
αντιλήφθηκε τις δύο έννοιες που με οξυδέρκεια έθεσε ο Διογένης.
«Διοικώ τους ανθρώπους και διδάσκω στους ανθρώπους αρχές».
Ο Ξενιάδης ανάθεσε στον Διογένη την διδασκαλία των παιδιών του,
και έτσι ο Διογένης έμεινε στο Κράθειον, ένα προάστειο
της Κορίνθου.
 
Οι φίλοι του Διογένη θέλησαν να τον ελευθερώσουν
(από δούλο του Ξενιάδη) και εκείνος τους απεκάλεσε ανόητους, γιατί,
όπως είπε, «τα λιοντάρια δεν είναι δούλοι αυτών που τα τρέφουν,
αλλά αυτοί που τρέφουν τα λιοντάρια είναι δούλοι των λιονταριών,
αφού ο φόβος χαρακτηρίζει τους δούλους, ενώ τα θηρία προκαλούν
φόβο στους ανθρώπους».