Κοινοποιησεις

Όταν μπαίνεις σε μια τάξη εφήβων να κάνεις μάθημα, είναι σαν να βρίσκεσαι μπροστά σ ένα ακρωατήριο και ο σκοπός σου φυσικά είναι να το κερδίσεις.
Στο ακρωατήριο, όπως και στην τάξη, υπάρχουν οι εξής 3 περιπτώσεις:

  1. Να κερδίσεις το κοινό σου, στη δική μας περίπτωση, να σε συμπαθήσουν οι μαθητές σου.
  2. Να τους είσαι αδιάφορος, δηλαδή, είτε σε βλέπουν μέσα στην τάξη, είτε λείπεις, να είναι το ίδιο πράγμα.
  3. Να σε αντιπαθήσουν και να κάνουν τα πάντα για δυσκολέψουν την παραμονή σου μέσα στην τάξη

Με το που πατάς το πόδι σου στην αίθουσα, συνήθως καταλαβαίνεις από τα πρώτα δύο λεπτά για το τι θ’ ακολουθήσει στις επόμενες συναντήσεις.
Πριν κάποια χρόνια λοιπόν έζησα την πρώτη, όχι τόσο ευχάριστη εμπειρία, μέσα σε τάξη 28 παιδιών, σε γυμνάσιο, στο ένδοξο Β2.
Τα παιδιά με υποδέχτηκαν με τσίχλες στο στόμα, τα πόδια πάνω στα θρανία, τα κινητά στο χέρι, δε μπορώ να πω όμως ψέματα, πρέπει στη χαμογελαστή καλημέρα μου, ν ανταποκρίθηκαν με ένα «γεια», ναι, ναι, με χαιρέτησαν τα γλυκούλια μου.

Απελπίστηκα, για βδομάδες όταν έμπαινα στο συγκεκριμένο τμήμα, μoυ πονούσε το στομάχι, παρακαλούσα να γίνει κάτι για να χαθεί το μάθημα, δυσκολευόμουν να τους αντιμετωπίσω, ήταν σαν αγρίμια, φώναζαν, δεν έφερναν βιβλία, δεν υπήρχε καμία διάθεση να μάθουν κάτι ή έστω να μ αφήσουν να μιλήσω.
Στην πρώτη συνέλευση των καθηγητών, οι συνάδελφοι επιβεβαίωσαν την υποψία μου : Στο τμήμα αυτό, το οποίο είχε δημιουργηθεί σύμφωνα με την προτίμησή τους στην ξένη γλώσσα, είχαν μαζευτεί όλοι οι «αδύναμοι» και ζωηροί μαθητές της Β γυμνασίου.
Έτσι λοιπόν δικαιολόγησα την επιλογή τους για την ιταλική γλώσσα, την οποία θεωρούσαν εύκολη σε σχέση με τη γερμανική ή τη γαλλική κι γι αυτό την επέλεξαν.
Είχε καταρρεύσει πια ο μύθος που είχα πλάσει στο μυαλό μου, πως 28 μαθητές γυμνασίου αγαπούσαν τα ιταλικά και γι αυτό τα προτίμησαν.
Όχι, οι μικροί βασανιστές μου δεν αγαπούσαν την ιταλική γλώσσα και δυστυχώς δεν είχαν καμία διάθεση ούτε να τη συμπαθήσουν.

Αν δεν παραδίδεις μάθημα, είναι δύσκολο να βρείς ύλη για να εξετάσεις. Προσπαθούσα κάθε φόρα να διδάξω κάτι, για να μπορέσω να το εξετάσω την επόμενη φορά κι έτσι να τους αξιολογήσω.
Αποτυχία κι αυτή μου η προσπάθεια.
Έγραψαν όλοι κάτω από τη βάση στο διαγώνισμα τριμήνου.

«Μη διανοηθείς και τους βάλεις στον έλεγχο το βαθμό που σου γραψαν στο διαγώνισμα, σιγά το μάθημα τώρα, ιταλικά, σου γραψαν 07, βάλε κανα 16, μη τους αγριέψεις», μου σύστησε η Διευθύντρια.
Τι 16 να τους βάλω καλή μου γυναίκα, εγώ παθαίνω πολλαπλά εγκεφαλικά στο κολαστήριο του Β2 και θα τους επιβραβεύσω κιόλας;
Όλοι κάτω απ τη βάση στους ελέγχους, όπως είναι η επίδοση, αλλά κυρίως η συμπεριφορά τους.
Δεν είχα τίποτε να χάσω, θα τα’ παιζα όλα για όλα…
Κατά βάθος με την κίνησή μου αυτή, ήλπιζα στην ανάνηψη από το κώμα στο οποίο βρισκόντουσαν.

 

Ω, ρε και φτάνει η μέρα των ελέγχων, ω, ρε κι έχουν και οι 28 κάτω από τη βάση στο μάθημα που επέλεξαν λόγω της ευκολίας του και υποτίθεται πως το προτίμησαν για να τους «ανεβάσει» τον γενικό βαθμό, ω, ρε και γίνεται χαμός την επόμενη μέρα στο σχολείο. Δεν έμπαιναν στη τάξη για μάθημα, ήρθαν γονείς στη Διευθύντρια απαιτώντας ν’ αλλάξω τους βαθμούς -στην καλύτερη περίπτωση- και στη χειρότερη να διώξουν από το σχολείο αυτό το «κοριτσάκι» που το παίζει καθηγήτρια, αλλά δε ξέρει τι του γίνεται και αδικεί τα αγγελούδια τους.

Την επόμενη φορά που μπήκα στην τάξη, όλοι ήταν σιωπηλοί, μου κρατούσαν μούτρα προφανώς, όμως το καλό ήταν πως επικρατούσε τουλάχιστον ησυχία.

«Δε θα κάνουμε μάθημα σήμερα μέσα στην αίθουσα», τους είπα, «βάλτε μπουφάν και ας πάμε στην αυλή».

Χαμογελούσαν κρυφά μεταξύ τους κατεβαίνοντας γρήγορα τις σκάλες.

«Θέλω να συζητήσουμε αυτό που έγινε προχτές, πώς νοιώσατε και πώς θέλετε από δω και πέρα να κυλάνε οι συναντήσεις μας, πώς θέλετε να γίνετε το μάθημα, διαμορφώστε το, όπως εσείς θέλετε».

Δε ξέρω αν χειρίστηκα το θέμα σωστά, ξέρω όμως πως μετά από αυτή την κουβέντα μας, ήρθαμε λίγο πιο κοντά κι έγινε εφικτό έστω για τους μήνες που μας απέμειναν, να διδαχθούν κάτι από μένα , αλλά κυρίως να επιτρέψουν να συμβεί σε πιο αξιοπρεπείς και κατάλληλες για σχολική αίθουσα, συνθήκες.

Ο καθηγητής λοιπόν, μπαίνοντας στην αίθουσα, έχει την επιθυμία να συναντήσει τους μαθητές του, να τους διδάξει, να δώσει τον καλύτερό του εαυτό κι ας νοιώσει πολύ γρήγορα την επιθυμία να το σκάσει από ΄κεί μέσα και να επιστρέψει μετά από 2 χρόνια…
Ο καθηγητής κρατάει στα χέρια του κλειδιά, ελπίζοντας πως θα ξεκλειδώσει με αυτά τις καρδιές των μαθητών του.
Κάποιες φορές τα καταφέρνει αμέσως, με την πρώτη καλημέρα, κάποιες άλλες, όπως στη δική μου περίπτωση, όχι τόσο εύκολα.
Το μόνο σίγουρο είναι πως στο τέλος της χρονιάς, κάτι καλό θα έχει βγει απ’ όλη την προσπάθεια αυτή.
Κι ένας μαθητής από τους 28 να συμπορευτεί μαζί του στο ταξίδι , αυτό γίνεται πιο ευχάριστο, γιατί πάντα με παρέα είναι αλλιώς…

Ανθή Πάνου