Κοινοποιησεις

Μοδίστρα ήταν η γιαγιά μου και τα παντελόνια μου, σαν ήμουνα παιδί, αλφάδι έπεφταν μέχρι κάτω. Πλέον, κάτι Κυριακάτικα παλιοτζίν, αν βαρεθώ να τα πάω στον ράφτη, μια και δυο φορές τα τυλίγω, να μην γλύφουν τα λασπόνερα των δρόμων. Άμα βραχούν και λερωθούν, βαρύ γίνεται το βήμα. Στεγνοί να είναι ακόμα οι δρόμοι, δεν με ευχαριστεί καθόλου, τα μακριά μπατζάκια, στο τελείωμά τους να τρίβονται σαν τα παίρνει από κάτω το τακούνι στο περπάτημα. Ύστερα είναι που όλο αυτό χαλάει πάλι τον βηματισμό. Άβολο να σου τραβάνε τα πόδια και να μη μπορείς να τα τεντώσεις.

 

Ήταν  μέρες αρκετές, σε τούτο τον χειμώνα, που έβρεξε πολύ και δυνατά. Σταματούσε θαρρείς να βρέχει, μόνο όταν ο ουρανός δεν είχε άλλο νερό να δώσει ή τα πεζοδρόμια δεν άντεχαν από άλλο νερό να στραγγίξουν. Μοιραία, τα πατζάκια μου μονίμως είχα σηκωμένα. Ένας ακόμα φόβος μάλλον, συνειδητοποίησα. Μη βγω στο δρόμο και λερωθώ. Λες και αν βρεχόμουν θα μάζευα πάνω μου όλες τις αμαρτίες αυτών που ξέπλενε η βροχή.

 

Στους υπόλοιπους μικρούς καθημερινούς μου φόβους προστέθηκε και αυτός. Στο ποτό μια ζωή πρόσεχα μην τυχόν και μου ρίξουν τίποτα, φαρμάκι μη με ποτίσουν. Και κάθε φορά που ξεκινούσα για άλλον προορισμό, στο αμάξι με βία την πόρτα κλείδωνα μην και μου κλέψουν κάτι. Κατάφερα τελικά, εγώ ο ίδιος, να ποτίζω τη ζωή μου με φόβο κάθε φορά που σφιχτά κρατούσα το ποτήρι και το φόβο να βάζω για συνοδηγό σε κάθε νέα μου πορεία.

 

Το άγνωστο και ό,τι αυτό έκρυβε, έμαθα να φοβάμαι. Άγνωστες μυρωδιές και εικόνες, παράξενους ήχους και καινούργιες εμπειρίες. Να αφήνομαι σταμάτησα και τους ανθρώπους να εμπιστεύομαι έπαψα μαζί με κάθε λογής νέο συναίσθημα. Τα μάτια χαμηλά έστρεψα και τα δάχτυλά μου μάζεψα να μην αγγίζουν και να μην αισθάνονται τίποτα.

 

Μαζί με όλα άλλα, στον έρωτα απότομα μα λυτρωτικά έπαψα να πιστεύω. Αυτό αλήθεια, δε με λυπεί καθόλου, ούτε είναι αυτό που με φέρνει σβούρα τα βράδια. Με την αγάπη είναι που δε ξέρω που στέκομαι αν δεν μπορώ να εμπιστευτώ, να δώσω, να πάρω, να δοθώ; Σταμάτησα από φόβο να αγαπώ ή μήπως δεν αγάπησα ποτέ;

 

Άραγε ισχύει αυτό που ο Μερσώ, στον Ευτυχισμένο Θάνατο του Καμύ, απαντά στην ερώτηση της Μάρθας, αν την αγαπά;

 

«Μα στην ηλικία μας δεν αγαπάμε, τι λες τώρα. Αρέσουμε ο ένας στον άλλον και τέρμα. Πολύ αργότερα, όταν θα είμαστε γέροι και ανίκανοι, θα μπορούμε να αγαπήσουμε. Στην ηλικία μας, νομίζουμε πως αγαπάμε. Αυτό είναι όλο.» (1)

 

Για τον έρωτα λοιπόν μου είναι ξεκάθαρο πως μυρίζει και τι γεύση έχει, αφού απλός ενθουσιασμός είναι και άμα σοβαρά τον πάρεις καταδικασμένος είσαι να πεθάνεις όπως όταν πιστεύεις στο ψέμα. Και τότε είναι που γίνεται πιο έντονος και τα ρόδα που τόσο καιρό μύριζες ήταν ρόδα θανάτου και αυτό που γευόσουν ήταν το σκοτάδι. Απλώς αρέσεις σε κάποιον και αυτό εύκολα έχει τέλος.

 

Η αγάπη από την άλλη, δεν έχει τέλος παρά μόνο από φυσικό θάνατο και το πραγματικό ερώτημα είναι,  πότε αγαπάς πραγματικά;

 

Δεν είναι που έχω καιρό ακόμα για να γεράσω και πιθανόν να αργήσω μεν αλλά βρω τότε την απάντηση. Είναι που δε ξέρω αν θα ζω μέχρι τότε για να μάθω αν ο Μερσώ είχε δίκιο. Οπότε, μονόδρομος μάλλον είναι, στους φόβους μου μπροστά να σταθώ και αν καταφέρω να τους αγκαλιάσω, ίσως μπορέσω να βρω ελευθερία και ανεξαρτησία, να αφεθώ πραγματικά.

 

«Μα η Μάρθα ήρθε σε μια στιγμή που ο Μερσώ λυτρωνόταν απ’ όλα και από τον εαυτό του ακόμη. Την έγνοια της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας τη βρίσκεις μόνο σε κάποιον που ζει ακόμα με την ελπίδα.» (2)

 

Όταν λοιπόν, καταφέρω τα μάτια μου να κλείσω και χέρι ξενομπάτη από ελπίδα απαλό, αφήσω να με οδηγήσει, ίσως τότε αγαπήσω ξανά.

 

 

 

 

(1)-(2): ΚΑΜΥ, ΑΛΜΠΕΡ (1936-1938). Ο Ευτυχισμένος Θάνατος. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη

Προηγούμενο άρθροΕπιστολή στην πρώτη σύζυγο
Επόμενο άρθροΚΛΟΥΒΙ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΞΕΝΟΣ
Γεννήθηκα και συνεχίζω να γεννιέμαι κάθε χρόνο στην πόλη της Αθήνας ανακαλύπτοντας στενάκια αχαρτογράφητα. Στα νέα Της στέκια ξαναβαφτίζομαι σε τζιν σκέτο και μεταλαμβάνω με χύμα ούζο και μεζέδες με μπούκοβο. Σπούδασα οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και ακόμα ασχολούμαι με αριθμούς αφού τα βράδια συνεχίζω να μετρώ τα αστέρια. Μεγαλώνοτας με τα παραμύθια του παππού μου και με καραμέλες μανταρίνι και βούτυρο που μου έδινε κρυφά δεν επέλεξα αλλά έγινα ονειροπόλος. Θεωρώ τελικά πως όλοι οι άνθρωποι έχουν μια καλή ιστορία να σου διηγηθούν αρκεί να είσαι πρόθυμος να ακούσεις.