Κοινοποιησεις

 

Φέροντας νόημα στις λέξεις
στην παγίδα σου πέφτεις
εσύ ο ίδιος, ο ίδιος με χθες
προχωράς γραμμικά, αντανακλαστικά
δίχως απώλεια, δίχως επιθυμία
πάλι ξημέρωσε.

Οι πρωτόγονες ανάγκες
σου εκπληρώνονται
γλαφυρά
υπό το βλέμμα του καθωσπρεπισμού
κοιτώντας από το παράθυρο
το απέραντο γαλάζιο
μα δεν είναι δικό σου
σε γελάσανε
δεν είναι.

Είναι της νιότης δυσανάλογο
όταν το σώμα δε σ’ ακολουθεί
πως καυτό φαντάζει εκείνο
όταν κρύα χέρια τ’ ακουμπούν.

Κατατροπώνεσαι από τις σκέψεις σου
σε διαπερνάνε σαν σφαίρες
πέφτοντας στο άσπρο μάρμαρο
αντηχούν καλοσύνη.

Βγες σε έναν άμβωνα μήπως ακουστείς
διάλεξε έναν θεό να σε βυζάνει,
μεταμορφώσου ρυάκι μου σε χείμαρρο
διάβρωσε στο πέρασμα σου άπαντα
μήπως ξελαφρώσεις.