Κοινοποιησεις

Η μέρα είναι ωραία, ένας όμορφος ζεστός ήλιος, εγώ
όμως είμαι απελπισμένος. Θέλω να φουντάρω κάτω από
κανένα αυτοκίνητο να τελειώνω. Η γραμμή να μην
αυτοκτονούμε δεν μπορεί να είναι πάντα σωστή και για όλες
τις περιπτώσεις. Ποιος ξέρει τι φάτσα θα είχα, ξαφνικά οι
μπάτσοι με πιάνουν αγκαζέ, αυτοί σίγουρα συμφωνούν με
τη γραμμή του κόμματος. Τέλος, φτάνουμε στο γιατρό,
μπαίνουμε μέσα, μας περίμενε. Θα του είχαν τηλεφωνήσει,
φαίνεται.

Κάθισε, παιδί μου, μου λέει, και γυρνώτας
στους χωροφύλακες, παρακαλώ, βγάλτε του τις χειροπέδες και
περάστε έξω. Αστειεύεστε, γιατρέ; απαντάνε οι μπάτσοι.
Δεν αστειεύομαι καθόλου. Μα είναι πολιτικός και επικίνδυνος.
Αυτό αφορά εσάς, για μένα είναι απλώς ένας άρρωστος.
Καθίστε έξω από την πόρτα και από το παράθυρο, αν θέλετε,
εγώ πάντως άρρωστο με χειροπέδες και με την παρουσία σας
δεν εξετάζω. Μου βγάλαν τις χειροπέδες και βγήκαν έξω.
Είμαι λιώμα από τη συγκίνηση. Επιτέλους, άνθρωπος… λοιπόν,
τι έχουμε, νεαρέ; Καπνίζεις; Μου δίνει τσιγάρο, με κοιτάει
με καλοσύνη, παραδόθηκα… Λέω, γιατρέ, δεν ξέρω, θα σας πω
τι μου έχουν κάνει, τι νιώθω, τι μου συμβαίνει, και σεις θα μου
πείτε τι έχω. Βάζω κάτω το κεφάλι κι αρχίζω. Λέω, λέω, όταν
τέλειωσα πια, σηκώνω το κεφάλι μου και βλέπω το γιατρό.
Τα μάτια του γυαλίζουν από τα κρατημένα δάκρυα… Λοιπόν, γιατρέ;
Ντρέπομαι, παιδί μου, ντρέπομαι που λέγομαι γιατρός και άνθρωπος…

Τέλος, άμα συνήρθαμε, μου λέει, παιδί μου, μη φοβάσαι -τι είναι,
γιατρέ, τρελάθηκα, τι λέτε; Έχεις βέβαια κάποιες ζημιές, αλλά εσύ
δεν πρόκειται να τρελαθείς ποτέ, παιδί μου, μη φοβάσαι, αφού
δεν τρελάθηκες ως τώρα. Μη φοβάσαι, δεν πρόκειται να πάθεις τίποτα.
Ο μόνος τρόπος για να σε βοηθήσω, είναι να σου δώσω ένα χαρτί
που να μην τολμήσει κανένας από δω και πέρα να σε πειράξει,
κατάλαβες; Ναι. Πάντως μη φοβάσαι, και καλά κάνεις που ξεφεύγεις
και ονειρεύεσαι. Γιατρέ, είναι καλό το χαρτί; Το καλύτερο που μπορεί
να γίνει, και θα σου δώσω και φάρμακα.

Έγραψε το χαρτί, το έβαλε στο φάκελο, ετοίμασε και τα φάρμακα,
μου έχωσε και δυο πακέτα τσιγάρα στις τσέπες, φώναξε τους μπάτσους,
τους παρέδωσε το φάκελο και τα φάρμακα, μου δίνει και μένα
μια μεγάλη μπουκάλα μ’ ένα πράσινο υγρό που πρέπει να πίνω
τρεις κουταλιές την ημέρα… Φεύγουμε με τα πόδια πάλι για
τη φυλακή. Τώρα είναι αλλιώς, δεν είμαι απελπισμένος, βλέπω
τον κόσμο αλλιώς. Χαίρομαι το ζεστό ήλιο, την κίνηση γύρω μου,
παρατηρώ τις γυναίκες. Δεν ξέρω αν είμαι πολύ ή λίγο χαρούμενος,
αλλά θέλω να ζήσω και είμαι έτοιμος να παλέψω πάλι.
Δεν είμαι τρελός, δεν τα ‘χασα όλα, αντίθετα, όλα κάποτε θα
περάσουν.

Πρέπει να ζήσω, και για να ζήσω πρέπει να παλέψω,
πρέπει ν’ αντισταθώ, μου το ‘πε κι ο γιατρός: να μάχεσαι, να μην
παραδίνεσαι, ν’ αντιδράς, αυτό σε έσωσε. Γιατί όταν αντιστέκεσαι,
όταν παλεύεις, γεννάς δυνάμεις μέσα σου, αυτές δε σ’ άφησαν
να χαθείς, γιατί όταν παλεύεις, οργανώνεσαι, έχεις σκοπό, έχεις
στόχο… Τέλος, πολλά καλά μου είπε, εγώ εκείνο που κράτησα
ήταν ότι πρέπει να ζήσω, και για να ζήσω πρέπει να παλέψω,
και ότι το να παλεύω, να μην παραδίνομαι, μου κάνει καλό.