Κοινοποιησεις

Τους βλέπω όλα τα καθημερινά πρωινά μου.
Δυο παιδιά  που μόλις έχουν αγγίξει την εφηβεία. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι.
Εκείνος την περιμένει πάντα. Είναι τόσο φανερό που προκαλεί ένα γλυκό πόνο κάπου μέσα μου.
Έναν πόνο – βάλσαμο.

Είναι φορές που εκείνη πάει νωρίτερα στο ραντεβού που ποτέ δεν όρισαν και τότε το αγόρι τρέχει ξέφρενα με μεγάλους διασκελισμούς να την προλάβει. Οι ανάσες του δραπετεύουν στον αέρα, αιωρούνται για λίγο και μετά -κρύβοντας το μυστικό του- εξατμίζονται.

Είναι φορές που το κορίτσι αργεί  και τότε εκείνος καθυστερεί δένοντας ανύπαρκτα κορδόνια,  ελέγχοντας κλήσεις στο κινητό του που ποτέ δεν έγιναν, μα στην πραγματικότητα  είναι προσηλωμένος να μετρά άηχα τα βήματα της.

Τα βήματα που θα τη φέρουν κοντά του.

Τα μετρώ  μαζί του και γω.

Κάνει  πάντα την αδιάφορη εκείνη,  είτε καθυστερεί  είτε φθάνει νωρίτερα,  μα το ρόδινο χρώμα που βάφει το πρόσωπό της την προδίδει.

Ρόδινο.

Πόσο  ακόμα πιο όμορφη γίνεται ξαφνικά!!!

Νομίζω πως δεν λένε ούτε μια καλημέρα. Και γω σκέφτομαι πως δε χρειάζεται να την πουν.

Στέκονται δίπλα – δίπλα κι όμως τόσο μακριά ο ένας από τον άλλον. Στέκονται  μόνο και μόνο για να διασχίσουν μαζί την πολυσύχναστη λεωφόρο όταν η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη γίνει απαγορευτική για τα διερχόμενα οχήματα  που θα υποκλιθούν, θα σταθούν σε στάση προσοχής για να περάσουν αυτοί οι δύο  που μετά  ο καθένας θα συνεχίσει  το δρόμο του.

Ξεχωριστά.

Το αγόρι και το κορίτσι που δεν έχουν όνομα.

Στα μάτια μου τότε εκείνος γίνεται  ιππότης με λαμπερή πανοπλία που κάποια  καλή μάγισσα μετέτρεψε σε μια  χαλαρή φόρμα φούτερ. Το σπαθί του… ένα σχολικό σακίδιο πλάτης.

Μου φαίνεται παντοδύναμο.

Θα διασχίσουν ένα επικίνδυνο δάσος μα εκείνη τον εμπιστεύεται χωρίς να μπορεί να εξηγήσει γιατί.

Χωρίς να το παραδέχεται καν.

Το κορίτσι ντυμένο με ένα υπέροχο μακρύ φόρεμα που η ίδια μάγισσα το έχει μετατρέψει κι αυτό σε φόρμα. Το ύφασμα ίδιο με του αγοριού. Ίδιο με κάθε πανοπλία ή φόρεμα των παιδιών που μόλις άγγιξαν την εφηβεία.

Καλή μου μάγισσα……

Βρίσκομαι πάντα μερικά βήματα πίσω τους τα καθημερινά πρωινά. Θέλω τόσο να τους φωνάξω, με όση δύναμη κρύβω μέσα μου:

«Κρατήστε την αθωότητα.  Μη την αφήσετε να μικρύνει καθώς εσείς μεγαλώνετε».

Πνίγω τη δύναμη.

Σωπαίνω.

Αντ’ αυτού  σφίγγω το πανωφόρι μου. Μη διαπεράσει  το σώμα η ψύχρα της ενηλικίωσης  και φτάσει στην ψυχή.

Το σφίγγω.

Κλέβοντας  χρώμα το κάνω για λίγο ρόδινο και συνεχίζω τη μέρα.

 

Προηγούμενο άρθροΤΟ ΝΕΡΟ
Επόμενο άρθροWoman Is A Devil
ΜΑΡΙΑ ΚΑΝΔΥΛΗ
Ζω σε μια πόλη με θάλασσα, κατάγομαι από μια πόλη με λίμνη. Παντού νερό… Εγώ όμως δηλώνω της γης επειδή δεν μπορώ να δηλώσω αερικό. Γράφω συνέχεια ακόμα κι όταν δεν κρατώ στυλό, ακόμα κι όταν μου λείπει το χαρτί εγώ γράφω. Καταγράφω είναι μάλλον η σωστή λέξη. Επίμονα, επίπονα καταγράφω συναισθήματα: Δικά μου, δικά σου, ό,τι βρώ. Έκρυψα σε ένα βιβλίο τις πρώτες καταγραφές, για να μην τις χάσω. Πλυμένα Λάβαρα και γω υπογράφοντας συγγραφέας του, ταυτόχρονα υποσχέθηκα να συνεχίσω -χωρίς στυλό χωρίς χαρτί- να ψάχνω συναισθήματα : Δικά μου, δικά σου, ό,τι βρω. Πιστεύω στον καλύτερο μας εαυτό όμως δε με ξαφνιάζει και ο χειρότερος. Ονειροβατώ με ρεαλιστικό τρόπο κι έτσι στριμώχνω μια δική μου ανεπίσημη πραγματικότητα μέσα στην άλλη. Την επίσημη. Αγαπώ τις αυθόρμητες πράξεις, απεχθάνομαι τις σκόπιμες απραξίες. Θυμάμαι το χθες, περιμένω το αύριο, ζω το τώρα.