Κοινοποιησεις

ΣΚΟΡΠΙΖΕΙ φωτογραφίες όταν ο άνεμος ουρλιάζει
στα μπαλκόνια.
Αρπάζει μωρά και κρύβεται σε αποθήκες
πυρομαχικών.
“Ο τρελός”, λένε. “Ο τρελός θα μιλήσει,
θα ανέβει”.
Και συνάσσεται με δέος το πλήθος ν’ αφουγκραστεί
τα βήματα του μέλλοντα αιώνα.
Και σπρώχνουν οι βασιλείς τις πέτρες.
Και ρέει το αίμα των ιερέων.
Τα τελευταία τους κέρματα μοιράζουν
Είναι έτοιμοι.
Μπαίνουν στην ομίχλη του άλλου όταν σκυλιά
λυσσασμένα ορμάνε στην πόλη.
Κατεβαίνουν τα σκαλιά της αποβάθρας
-πληγωμένα πουλιά, ξεχασμένοι ρεμπέτες
αισθήματα βουτηγμένα στη λήθη
ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΕΚΕΙ-
Στο πιο ψηλό κατάρτι ανεμίζει-
τα μάτια του στη θάλασσα πετάει.
“Φτάσαμε”, λέει
“Χαρείτε για το τέλειο που δεν θα ‘ρθει ποτέ.
Είστε οι νικητές του ανέφικτου, οι κωπηλάτες της
ουτοπίας
τα καμένα αρνητικά του εφιάλτη σας.
Ελάτε να περπατήσουμε στο νερό”.
Μια γενιά γεμάτη ρίγος
κούμπωσε το σακάκι της
κι επέστρεψε στην εργασία της.
Όλοι κοιτάζονταν λοξά.
Τυφλοί στους ιμάντες συναρμολόγησης
πέθαναν, προτού πεθάνουν.
ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΕΚΕΙ
Στο πιο ψηλό κατάρτι, ανεμίζει.
Οπτήρας μιας κοινότητας ευτυχισμένων
που δεν θ’ αντικρύσει ποτέ.