Κοινοποιησεις
Στην πραγματικότητα, είχα μαντέψει τη ζωή σου πολύ πριν την
καταθέσεις. Σχεδόν, πριν σε συναντήσω. Ήξερα, τι έκανες παιδί, πόσο
φωτιζόταν το πρόσωπό σου, όταν μέτραγες τ’ αστέρια στις σκεπές.
Ήξερα, τι σ’ έκανε να τρέχεις στο λεμονοδάσος, ή να γελάς
βυθισμένος στο χρυσό σωρό του σταριού. Τι σ’ έκανε ανεπανόρθωτα
να κλαις. Ήξερα πως τις Κυριακές η πίστη σου χωρούσε σ’ ένα
φθαρμένο πουκάμισο. Τα καλοκαίρια, μακρινά από τη στάχτη, μιαν
άλλη ακτή, μιαν άλλη απόσταση, απ’ ό,τι μίσησες και σ’ αγάπησε.
Σε φέρνω μπροστά στα μάτια και σε κοιτάζω. Χωρίς εξομολογήσεις.
Χωρίς παρηγοριές. Σ’ εγκαταλείπω σ’ ένα μερίδιο αρχαίας φτώχειας,
όπως νόθο παιδί και όπως τον ξένο. Και τώρα ξέρω. Θες να ‘ρθεις να
με κρατήσεις από το χέρι και σιγανά να βαδίσουμε έξω από το
πελώριο ευνουχισμένο σύμπαν.
 
 
 
 
(Από τη συλλογή: Ενοικιαζόμενα | Εκδόσεις: Γαβριηλίδης | Αθήνα 2015)