Κοινοποιησεις

Φωτογραφία: Helmut Newton, David Bowie (1983)


Ντέιβιντ Ρόμπερτ Τζόουνς Μπόουι (8.1.1947 – 10.1.2016)

Αυτός και ο άλλος

Είχα ζήσει τη ζωή μου έως την άκρη
Σαν λεπρός μεσσίας
Ανακάλυπτα τον πυθμένα του κόσμου.
Ο Αpollo είχε μπει στην τροχιά του
Όταν πρωτάκουσα
Για τον Ταγματάρχη Τομ – και τον Ζίγκι Στάρνταστ
Με τα κόκκινα μαλλιά
Τα αλλόκοτα μάτια
Την αμφίβολη σεξουαλικότητα
Και ονειρεύτηκα
ότι απέπλευσα
προς τα αστέρια
Παραπαίοντας
Υπεράνω του μπλε πλανήτη
Γη το λένε
Και όποιος στα βήματά του δεν ευσταθεί
Τον καταπίνει ο Κρόνος.

 Ο Τομ δεν μπορούσε να επικεντρώσει το βλέμμα του ή να αρθρώσει λέξη, αλλά γνώριζε ότι είχε έρθει επιτέλους αντιμέτωπος με το θαύμα.
Είχε προσγειωθεί στον Άρη – τον ερυθρό πλανήτη με το Ολύμπιο όνομα.
Ένας άπιστος αφέντης με ανδρόγυνη ηδυπάθεια τον καλούσε στο Ταξίδι επί εξήντα εννέα χρόνια.
Ψηλάφησε το έδαφος και το χέρι του χώθηκε στο καυτό στρώμα της άμμου.
«Ιμάν» βόγγηξε – η λάμψη της πυροδότησε τις αισθήσεις του –
«είσαι έτοιμος, αγάπη μου;» –
το σώμα του βυθιζόταν ήδη στον κρατήρα του ηφαιστείου.

 Το εξωγήινο φρικιό με το ιρλανδικό αίμα αποχαιρέτησε την ετεροθαλή αδελφή και τις θείες  απ’ το νυφικό κρεβάτι –
όλες είχαν αποφασίσει να πεθάνουν μόνες τους, και ο βρόγχος κρεμόταν πάνω κι απ’ το δικό του κεφάλι. Όμως ήξερε ότι δεν ήταν σαν κι αυτές. Είχε γεννηθεί με το χάρισμα της τέχνης κι αυτό θα ήταν το όπλο απέναντι στην τρέλα. Ακόμα κι αν δεκαπεντάχρονος καβγάδιζε σκληρά για τα κορίτσια που του άρεσαν, με αποτέλεσμα να παραμείνει με ένα ελαττωματικό μάτι, σφραγίδα της διαφορετικότητάς του, και με ασπίδα τις χορδές και τα πλήκτρα ξεκίνησε τη μουσική περιπλάνηση που θα του απέφερε κέρδη από πωλήσεις 140.000.000 δίσκων.

 Ο Τομ έπαιζε με τον χρόνο και ο Ζίγκι με μια κιθάρα και τους αρειανούς ιστούς αράχνης τραγουδούσε με τη σκοτεινή σπλαχνώδη φωνή του κάνοντας έρωτα με το εγώ του – εισπνέοντας τη χρυσή κυρία – μπορούσε να καεί, να πνιγεί ή  να διακτινιστεί ακόμα κι εδώ σ’ ένα σύννεφο αστρικής σκόνης παριστάνοντας τον Λεπτό Λευκό Δούκα με τα χίλια πρόσωπα.

 Ω! Φίλοι μου! Λου, Ίγκι, Άνι, Μικ, Τίνα, Μαντόνα, ω φίλοι μου, η καρδιά μου πονάει γιατί γεννάει μουσική, συνθέσεις, σκηνικές παρουσίες – είμαι μια μήτρα σε διαρκή κυοφορία – διψάω για σπέρμα – κι ας έχω σκοτώσει τους ήρωες – μπορούμε να γίνουμε ήρωες – μόνο για μια μέρα.

 Εύχομαι να μπορούσες να κολυμπήσεις σαν τα δελφίνια, όπως τα δελφίνια κολυμπούν
Αν και τίποτα δεν μας κρατήσει μαζί
Μπορούμε να τους νικήσουμε
Για πάντα
Κάθε φορά νέος θρίαμβος με νέα γενναία δόση – αστερόσκονης.
Γιατί έχω αγαπήσει όλα όσα έχω ανάγκη να αγαπήσω.
Είσαι τρελός σαν εμένα; Πονάς όπως εγώ;
Είσαι διαταραγμένος – παράξενος;
Σβήνεις τη φωτιά με βενζίνη;

 Άντζι, είμαι ο άνδρας που πούλησε τον κόσμο. Θυμάσαι; Τόσοι ρόλοι. Τόσα προσωπεία. Τόσο σεξ. Τόσος εθισμός. Τόσες φωτογραφίες. Τόσοι πίνακες. Τόσα έργα τέχνης. Τόση φωτογένεια.
Με αυτήν την αστείρευτη διάθεση δημιουργίας για μοναδική μουσική. Ξέρεις γιατί; Γιατί μίλησα στα μάτια της. Γιατί υπήρξαμε πρόσωπο με πρόσωπο.

Είμαι αυτός που άλλαξε το ρου της μουσικής – και μαζί μου και  οι άλλοι.

Αυτή η παλλόμενη νύχτα
Χτύπος καρδιάς.

 Πόσο βαθιά με πήγε το ταξίδι της ζωής και πόσο ψηλά. Στις ΗΠΑ έγινα ο προφήτης της μουσικής – η φωνή, το άγριο μέλλον σε μια μετα-αποκαλυπτική πόλη –  παραλίγο να τους χαρίσω το κύκνειο άσμα μου τότε – 1974 – είκοσι επτά χρόνια εκστατικής ζωής  κι ας χαρακτηρίστηκα ρατσιστής.
Στο σαλέ της Ελβετίας ανακάλυψα τη ροπή στην εξπρεσιονιστική ζωγραφική. Έζησα τη ζωή μου εξαίσια  και στη Γερμανία και όπου αλλού ταξίδεψα.
Έδινα αγώνα με τον εθισμό μου στην κοκαΐνη – με αποκαλούσαν ιδιοφυή – αλλά ανάμεσα στο δάσος και στη λίμνη – στο ποδήλατο και στο τείχος – κανένας δεν θα κατάφερνε να γίνει εμπόδιο στο όνειρό μου.

 Μόνο το σώμα μου με πρόδωσε. Μια μπλοκαρισμένη στεφανιαία αρτηρία μού απόδειξε ότι δεν ήμουν πλέον η αγέραστη καρδιά.
Και όταν αργότερα προσβλήθηκα από καρκίνο, συνειδητοποίησα ότι παρόλη τη δόξα παρέμενα ένα φθαρτό σώμα.

Εάν πεις, τρέξε, θα τρέξω μαζί σου
Εάν πεις, κρύψου, θα κρυφτώ
Γιατί η αγάπη μου για σένα
Θα σπάσει την καρδιά μου στα δυο.

 Έκανα πάντα αυτό που ήθελα να κάνω. Και ήθελα να το κάνω με τον καλύτερο τρόπο. Ο θάνατός μου δεν διαφέρει από τη ζωή μου – ένα έργο τέχνης. Δημιούργησα το «Blackstar», για σας – το αποχαιρετιστήριο δώρο μου.
Ο Ντέιβιντ Ρόμπερτ Τζόουνς Μπόουι ή Μπάουι ή Μπούι έλαμπε κάτω από το σεληνόφως.
Ανασηκώθηκε, τίναξε τη στάχτη από τα φαντάσματα του Ταγματάρχη Τομ   και του Ζίγκι Στάρνταστ.

Γιατί πόσες φορές μπορεί να πέσει ένας άγγελος;

Αυτό δεν ήταν όνειρο, αλλά γνώριζε πού βρισκόταν γιατί το είχε ζήσει επανειλημμένως. Εξάλλου η καρδιά του ήταν από χρυσό και τα χέρια του κρύα.

Κοιτάξτε εδώ ψηλά
Είμαι στον Παράδεισο
Έχω ουλές που δεν μπορούν να δουν
Έχω δράμα, δεν μπορεί να κλαπεί
δεν έχω να χάσω τίποτα
Θα είμαι ελεύθερος

 Είχε σκηνοθετήσει τον τέλειο θάνατο και η τέφρα του διασκορπίστηκε στη Θάλασσα των Ανθέων.
Επιτέλους, μπορούσε να συνομιλήσει ανενόχλητος με τους πλανήτες και τα άστρα – είχε επιστρέψει εκεί όπου ανήκε.