Κοινοποιησεις

Οι άνθρωποι δεν τρομάζουν με το αίμα τόσων πολέμων στο
κατώφλι της ιστορίας αλλά φοβούνται μια κατσαρίδα στο νεροχύτη που
πάει να ξεφύγει
παίρνουν το εντομοκτόνο ή παίζουν με οινόπνευμα και σπίρτα πάνω
στο κουφάρι της ενώ δεν τρομάζουν τις μέρες που κάποιος
από τον τρίτο σκάβει το πετσί του παιδιού του με
τη ζώνη για να τη δέσει κι εκείνο με τη
σειρά του στο αγέννητο μνημείο της μελλοντικής φρίκης όταν κι
εκείνο φέρει ένα παιδί σκιάζονται μόνο με μια σκασμένη εξάτμιση
τα βράδια μη τύχει και τους πει κάποιος να
πάρουν δρόμο μαζί χάνουν τον ύπνο τους μαλακίζονται και
πέφτουν ήσυχοι ξανά.
Οι άνθρωποι τρομάζουν όταν τους λένε σ’ αγαπώ κοιτάνε τον
άλλον στα δάχτυλα κάνουν μια κίνηση στις τσέπες πόσα χρωστάνε
και πόσα πρέπει να πάρουν πίσω και το ταμείο το
περνάνε σ’ εξοδολόγιο μ’ αρνητικό ή θετικό ισοζύγιο ενώ θα
τους δεις ατάραχους να βάζουν τη ζωή τους κάτω από
το χαλάκι να σκουπίζουν τα πόδια πάνω της να βάζουν
τα τσιγάρα τους στο τραπέζι | και ν΄αρρωσταίνουν βαριά
με δέκατα.
Οι άνθρωποι τρομάζουν όταν περνάνε απο τη Συγγρού,
από τη Βάθης, από την Αθηνάς τρομάζουν στο τακ τακ
από χαλασμένο τακούνι οι άντρες φτύνουν ενώ κρυφά προχθές γυάλιζαν
ειρωνικά ένα δεκάευρω μπροστά στα μούτρα των κοριτσιών να λυγίσουνε
στα γόνατα κι οι γυναίκες τους ;
αποστρέφουν το βλέμμα, τις λένε “πουτάνες” και φτύνουν το στήθος
τρεις φορές αυτές που όταν πάνε σπίτι βάζουν ντροπιασμένα το
χέρι ανάμεσα στα πόδια. οι υπόλοιποι είναι εκεί να κάνουν
τα τρόπαια του φόβου για να κοιμάται ο τρόμος στα
προάστια στη σκέψη πως όλα αυτά έγιναν για μια θέση
πάρκινγκ τελικά ;
Οι άνθρωποι δεν τρομάζουν πια μόνο για το χρεωστικό υπόλοιπο
τον “πολιτισμό” στη Στέγη τις ειρηνικές πορείες τη τήρηση του
νόμου το ποίημα χειροκρότημα και για μια πιθανότητα να μην είναι
έτσι.
τι να σου πω; σήμερα κι εγώ δεν τρόμαξα
Κι όσα ήθελα να σου πω λέω να στα αφήσω
σε ένα χαρτί από βροχή
Οι άνθρωποι, που λες…
Blue Chicago Moon