Κοινοποιησεις
Στραγγαλίζω αυτά που λείπουν, ένα-ένα.
Τους δείχνω σ’ αυτή την κόλαση, ποιος κάνει κουμάντο.
Η φωτιά.
Το λιγότερο που τους περιμένει.
Κι αλήθεια, τα καταφέρνω και τους ξεγελώ.
Τους χαμογελώ αθώα.
Κι ύστερα, το μαχαίρι μου κι ο αφαλός τους, έρχονται σε επαφή.
Και το μαχαίρι σέρνεται μέχρι την καρωτίδα.
Κι αυτοί, κλαψουρίζουν και ζητούν συγγνώμη.
Όλοι τους.
Κι εγώ γνέφω καταφατικά.
Τάχα τους συγχωρώ.
Μόνο για να γυρίσει η ελπίδα στην ψυχή τους.
Να ‘μαι εγώ αυτός που θα τους την ξαναπάρει.
Έτσι, βάζω το χέρι μου βαθιά μέσα τους.
Αρπάζω ότι βρω, και τα τινάζω στον αέρα.
Όπως έμπαιναν μέσα μου, κάποτε, κι εκείνοι.
Κι ήταν όλοι απρόσκλητοι.
Κι η σκηνή κλείνει με ‘μένα να τρώω τα κομμάτια τους.
Και φωνάζω “ανοιχτά τα μάτια”, για να βλέπουν.
Να βλέπουν πως είναι να πληγώνεσαι.
Γιατί – αν μη τι άλλο – όλοι υπήρξαμε το γεύμα κάποιου για λίγο.